Red Dessert, του Michelangelo Antonioni, η εύθραυστη αφήγηση και ο νεκρός χρόνος

« κάθε βιωμένη εμπειρία, ακόμα και αν δεν το αντιλαμβανόμαστε, μιλάει και εκφράζεται και μέσα από τις σιωπές της. Οι στιγμές της μπορεί να είναι ασυνεχείς. Είναι όμως στιγμές κρίσιμες, γεμάτες από γεγονότα ή απλές περίοδοι κενές γεγονότων, απλά διαλείμματα που γεμίζουν το χώρο και γίνονται διαστήματα στοχασμού που μπορούν να εντείνουν τη σημασία των γεγονότων».

Eugéne Minkowski  (Tempo vissuto, Einaudi, Torino, 1968, σελ 44)

Η ταινία «Il deserto rosso» (1964) αποτελεί ένα σημείο υψηλού πειραματισμού στον μοντέρνο κινηματογράφο. Αν και παρουσιάζει ομοιότητες με τις τρεις προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη, «L’ avventura» (1960), «La note» (1961), «L’ eclisse» (1962), στις οποίες επίσης τους βασικούς ρόλους υποδύεται η Monica Vitti, εδώ ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί για πρώτη φορά το χρώμα, πειραματίζεται με τη φόρμα και εισάγει αφηρημένους ήχους. Πραγματεύεται την ανάρρωση μιας συζύγου και μητέρας της μεσαίας τάξης από νευρικό κλονισμό που υπέστη μετά από ένα μικρό αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Η νοσηλεία της προηγείται της ταινίας, που ξεκινά με την επίσκεψη της Giuliana στο εργοστάσιο όπου δουλεύει ο άντρας της Ugo ως μηχανικός. Εκεί συναντά τον Corrado, τον υιό του ιδιοκτήτη του εργοστασίου, που ψάχνει για εργάτες για μια νέα εγκατάσταση που ετοιμάζει στην Παταγονία. Ψάχνοντας τρόπους να βελτιώσει τη ζωή της μετά τον νευρικό κλονισμό, σκέφτεται να ανοίξει ένα κατάστημα κεραμικών, αλλά οι προσπάθειές της είναι σποραδικές και ανεπιτυχείς. Συνδέεται με τον Corrado και τον συνοδεύει στην Ferrara, όπου ψάχνει για εργάτες που θα επανδρώσουν την αποστολή στην Παταγονία. Μια έξοδος της Giuliana, του Ugo, του Corrado και φίλων σε μια παραθαλάσσια καλύβα καταλήγει σε κρίση της ηρωίδας. Έπειτα και ενώ ο Ugo λείπει σε ταξίδι για δουλειά, ο γιος της  Valerio υποφέρει προσωρινά από ανεξήγητη παράλυση, που η εξίσου ανεξήγητη θεραπεία του οδηγεί την Giuliana στον Corrado. Μη βρίσκοντας συναισθηματική στήριξη, τελικά οδηγείται στο λιμάνι και στιγμιαία σκέφτεται να φύγει με ένα πλοίο. Η ταινία κλείνει σε σχήμα κύκλου, με την Giuliana και τον γιο της εκεί που τους βρήκαμε στο ξεκίνημα, στον εξωτερικό χώρο του εργοστασίου. Όταν το παιδί ρωτάει αν τα πουλιά που πετούν πάνω από τον κίτρινο τοξικό καπνό πεθαίνουν, η Giuliana του απαντάει πως έχουν μάθει με τον καιρό να τον αποφεύγουν.

Η κινηματογραφική τεχνική της ταινίας  αποδεσμεύει την κινηματογραφική έκφραση με την αφηρημένη περιπλάνηση της κάμερας, που δημιουργεί μία απόσταση ανάμεσα στην αφήγηση και την ιστορία. Ο Antonioni εντοπίζει μια αδυναμία στον παραδοσιακό κινηματογράφο να προβάλλει ένα γεγονός. Συχνά παρουσιάζει την αρχή ή το τέλος ή ένα κομμάτι δράσης, ενώ και μία ακόμα στιγμή μπορεί να σημαίνει κάτι. Τα γεγονότα όμως πάντα εμπεριέχουν περιόδους χρόνου όπου τίποτα δεν συμβαίνει, που είναι τμήμα του ίδιου του γεγονότος. Συνεπώς η διαφορά εδώ έγκειται στο γεγονός ότι ο Antonioni, αντί να παρουσιάζει μια δράση, κατασκευάζει μια κατάσταση. Αυτό γίνεται σπάζοντας τον κανόνα του συνεχούς σεναρίου και μοντάζ, όπου η λήψη ενός τόπου θα έπρεπε να δικαιολογείται από την λειτουργία του στην πλοκή ή και από την παρουσία του ήρωα. Όταν η σκηνή γινόταν άδεια ήταν απαραίτητο το πέρασμα σε άλλη σκηνή. Αυτή η σύμβαση για το χώρο ήταν την ίδια στιγμή και σύμβαση για το χρόνο. Η ταινία εδώ προκαλεί αυτές τις συμβάσεις. Ο χώρος σταματά να είναι σκηνικό υποστηρικτικό της αφήγησης και γίνεται αντικείμενο κατεξοχήν της προσοχής του θεατή.

Η  ανεξαρτησία της εικόνας και της αφήγησης δίνει στην κάμερα τη δυνατότητα να καταγράψει λεπτομέρειες άσχετες με την εξέλιξη της ιστορίας. Ενίοτε βιώνεται σαν να συμβαίνει να βρίσκεται στο σημείο τη στιγμή κατά την οποία εκτυλίσσεται ένα γεγονός. Ενώ σε μια αφηγηματική ταινία η κάμερα δεν γίνεται αντιληπτή καθώς ο θεατής έχει εμπλακεί στην κατασκευασμένη πραγματικότητα της ταινίας, εδώ η αφήγηση δεν ορίζει το ρόλο και τους χειρισμούς της κάμερας. Η αποκόλληση από τους χαρακτήρες και τη δράση καθιστά την κάμερα ένα ανεξάρτητο κινηματογραφικό εργαλείο.Η αφηγηματική ιστορία της ταινίας μπερδεύεται με την πραγματικότητα της κατασκευής της ταινίας και η κάμερα βιώνεται σαν παρουσία.

Ο τόπος στον οποίο η αφήγηση παγώνει, είναι ένας τόπος όπου αναδύεται ένα άλλο μη αφηγηματικό ενδιαφέρον. Ένα οπτικό ενδιαφέρον κυριαρχεί, και οδηγεί την αφαίρεση να περιπλανηθεί, προς στιγμήν να διαλυθεί. Ενώ τίποτα φαίνεται να μην συμβαίνει, ο τόπος αυτός είναι από τους πιο ενδιαφέροντες τόπους της ταινίας. τότε ακριβώς είναι που εξυψώνεται η σημασία του σκηνικού, η οποία αναμετράται με αυτήν των ανθρώπων που βρίσκονταν πρωτύτερα εκεί. Αυτό που πριν ήταν το σκηνικό τώρα γίνεται ο πρωταγωνιστής, και η ιδιαίτερη φύση της λειτουργίας του εξυψώνεται με τη χρήση του λεγόμενου νεκρού χρόνου (temps mort). Ο νεκρός χρόνος είναι ο χρόνος που εκτείνεται πάνω από τη σκηνή όταν η κύρια δράση έχει εκλείψει. Η χρήση του συνδέεται με το κίνημα του nouveau roman και την μοντερνιστική φύση του μικρορεαλισμού.

Έτσι, χρήση του νεκρού χρόνου στην ταινία παρατηρείται καθώς η σεκάνς της επίσκεψης της Giuliana και του Corrado  στο ραδιοτηλεοπτικό σταθμό στη Medicina φτάνει στο τέλος της. Ενώ οι δυο τους απομακρύνονται, η κάμερα συνεχίζει για μια στιγμή να κοιτάζει το τοπίο, έναν πυλώνα και ένα παλιό κτίριο. Οι πορτοκαλί γραμμές του πυλώνα διατρέχουν την οθόνη από το πάνω αριστερό μέρος της οθόνης μέχρι κάτω στο κέντρο, και το γκρι περίγραμμα του κτιρίου υψώνεται κάθετα στο δεξί μέρος της οθόνης. Η απλότητα των γραμμών και το επίπεδο αποτέλεσμα από τη χρήση των τηλεφακών δημιουργούν μια έξοχη σύνθεση. Εδώ η χρήση του νεκρού χρόνου δεν εμπλέκεται ατην πλοκή, αλλά η αφαίρεση που επιδεικνύει εγείρει ένα συνολικό αίσθημα.

Ακόμα, χρήση του νεκρού χρόνου υπάρχει στη σκηνή όπου η Giuliana βρίσκεται πάνω σε μια προβλήτα, περιμένοντας τον Corrado. H Giuliana στρέφεται προς την κάμερα και κοιτάζει πάνω και μακριά. Έπειτα ακολουθεί η κίνηση της κάμερας κατά μήκος της γραμμής ενός σωλήνα πετρελαίου. Επειδή όμως η Giuliana έχει κοιτάξει ήδη μακριά, αυτή δεν είναι μια λήψη αυτού που η ίδια παρακολουθεί. Αντίθετα, η κάμερα την έχει αφήσει στιγμιαία, και θα την ξαναβρεί λίγο αργότερα, σε μια λήψη όπου κοιτάζει μακριά από τον Corrado.

Εν συνεχεία, η σκηνή όπου ο Corrado προσπαθεί να επανδρώσει μια αποστολή στην Παταγονία εμπεριέχει νεκρό χρόνο. Καθώς η σκηνή εξελίσσεται σε μία συζήτηση με τους άντρες που θα συμμετέχουν στην αποστολή,   η κάμερα αυτονομείται από τα πρόσωπα των ανθρώπων και από τη δράση για να περιπλανηθεί στο χώρο και τα αντικείμενα που εμπεριέχονται σε αυτόν.

Τέλος, η εικόνα που ακολουθεί αποτελεί καρέ από λήψεις που παρατηρούν σταθερά δεδομένα. Αυτή η τεχνική έχει σαν αποτέλεσμα την ανάδειξη της δυναμικής του χώρου στην ανάγνωση της ταινίας και στην παραγωγή νοήματος. Θα πρέπει να σημειωθεί πως στην ταινία η τεχνική κίνηση προσδιορίζεται από μακριές και μικρότερες λήψεις. Η φιλοσοφική οπτική του  Antonioni εισάγει και την έννοια του θραύσματος μέσω μιας σειράς σύντομων και αποσπασματικών λήψεων.

enfantdelarage

Advertisements

About enfantdelarage

at the roll of a dice, reality rearranges. somewhere far away

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: