Το πρόγραμμα των Ομόσπονδων Αναρχικών Ομάδων Ιταλίας

Αναδημοσίευση από το blog  kixotes.blogspot.gr/2012/04/1976.html ,σχόλιο της σύνταξης :

Δημοσιεύουμε το πρόγραμμα και τις θέσεις των Ομόσπονδων Αναρχικών Ομάδων Ιταλίας που κατά τη γνώμη μας, είναι αξεπέραστο σε πολλά σημεία μέχρι και σήμερα, παρόλο που συντάχτηκε το Μάρτη του 1976 και μπορεί να αποτελέσει υπόδειγμα – έμπνευση για το πώς συντάσσετε ένα πρόγραμμα.

Τι ήταν οι Ομόσπονδες Αναρχικές Ομάδες ; Ήταν η μικρότερη και νεαρότερη από τρεις εθνικές ομοσπονδίες του ιταλόφωνου αναρχικού κινήματος – οι άλλες δύο ήταν η Αναρχική Ομοσπονδία Ιταλίας (FAI) και οι αναρχικές ομάδες Ιταλίας (GIA) – και ιδρύθηκε το 1965. Λίγους μήνες πριν από την ίδρυση των Ο.Α.Ο., ύστερα από μια διάσπαση στην Ομοσπονδία, δημιουργήθηκαν οι Αναρχικές Ομάδες. Ορισμένες αυτόνομες ομάδες νεαρών αντιεξουσιαστών, που είχαν ήδη συνεργαστεί στη δράση και είχαν κοινές απόψεις για πολλά βασικά θέματα, δημιούργησαν μια άλλη ομοσπονδία – τις Ομόσπονδες Ομάδες Νέων Αναρχικών (GGAF). Το 1969, η ομοσπονδία αυτή μετονομάστηκε σε Ομόσπονδες Αναρχικές Ομάδες (GAF). Εννιά χρόνια αργότερα, στις αρχές του 1978 οι Ο.Α.Ο. αυτοδιαλύθηκαν σαν ομοσπονδία, χωρίς όμως να αποσυρθούν από την ενεργό δράση μέσα στα πλαίσια του ιταλόφωνου αναρχικού κινήματος.

Το πρόγραμμα αυτό είναι το αποτέλεσμα δεκάχρονων κοινών εμπειριών και συζητήσεων και αποτελεί απλά τη σχηματικά οργανωμένη έκφραση ενός τρόπου ερμηνείας του αναρχισμού, το 1976 στην Ιταλία και της σύγχρονης κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας – μολονότι ορισμένα θεωρητικά συμπεράσματα και ορισμένες γενικότερες πλευρές της ανάλυσης θα έχουν σίγουρα ευρύτερη σημασία από άποψη τόπου και χρόνου.

Το πρόγραμμα έχει σκόπιμα ΑΝΟΙΧΤΟ χαρακτήρα, ανοιχτό όχι μόνο σε τροποποιήσεις και διορθώσεις ως προς τις αναλύσεις του, φυσική συνέπεια των αντικειμενικών δομικών αλλαγών και μιας ολοκληρωμένης θεωρητικής εξέτασης, αλλά και σε νέες ιδέες και τροποποιήσεις όσον αφορά την πρακτική για νέους πειραματισμούς και νέες εμπειρίες. Επομένως, σύμφωνα με το χαρακτήρα των Ομόσπονδων Αναρχικών Ομάδων, είναι ένα πρόγραμμα που πρέπει να επαληθεύεται συνεχώς και να επιβεβαιώνεται ή να αναδιαμορφώνεται κατά περιόδους.

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΩΝ ΟΜΟΣΠΟΝΔΩΝ
ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ ΙΤΑΛΙΑΣ


Ο ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΣ

Ο αναρχισμός είναι, πρώτα απ΄ όλα ένα σύστημα αξιών. Δεύτερο, είναι η επιθυμία να εφαρμοστούν στην πράξη αυτές οι αξίες μέσα στα πλαίσια ενός κοινωνικού συστήματος με όσο γίνεται πιο ολοκληρωμένο τρόπο. Τρίτο, είναι μια μέθοδος προσέγγισης της κοινωνικής πραγματικότητας με σκοπό την κατανόηση, την ερμηνεία και το μετασχηματισμό της. Ο αναρχισμός είναι, λοιπόν, η ηθική, η επιστήμη και το επαναστατικό πρόγραμμα ταυτόχρονα : η ηθική της ελευθερίας, η επιστήμη της ελευθερίας και το πρόγραμμα της ελευθερίας.

Η σχηματική διάκριση βέβαια ανάμεσα στις τρεις αυτές πλευρές του αναρχισμού είναι απλά ένας συνεκτικός τρόπος παρουσίασης, που διαμορφώθηκε ύστερα από μια εκατονταετία ελευθεριακής σκέψης και αγώνα, θεωρίας και πρακτικής και δεν αποτελεί καμιά μεταφυσική μέθοδο για την άντληση ενός δόγματος από διάφορες αφηρημένες ιδέες για την κοινωνική δικαιοσύνη. Στην ουσία οι τρεις αυτές πλευρές, είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένες μεταξύ τους και εμφανίστηκαν σαν το απόσταγμα των ‘’βλέψεων’’ των καταπιεζόμενων. Για τη χειραφέτηση, όπως αυτές εκφράστηκαν μέσα από τους αγώνες τους, για να εξελιχθούν τελικά σ΄ ένα συνεκτικό και ολοκληρωμένο σύστημα που τροποποιήθηκε και δοκιμάστηκε στην πράξη και επιβεβαιώθηκε με βάση διαδοχικές ιστορικές εξελίξεις.

Η ΑΝΑΡΧΙΑ

Το αναρχικό σύστημα ιδεών όταν εφαρμόζεται σε μια κοινωνία, ονομάζεται αναρχία. Με τον όρο αυτό δε θέλουμε να αναφερθούμε σε καμιά συγκεκριμένη και λεπτομερή περιγραφή της ‘’ιδανικής’’ κοινωνίας αλλά, απεναντίας, στα διάφορα στοιχεία που είναι κοινά σ΄ όλες τις ποικιλότροπες εκφάνσεις της αναρχικής ‘’ουτοπίας’’, στις βασικές λειτουργίες και δομές της.

Μ΄ αυτή την έννοια η αναρχία θεωρείται η κοινωνία όπου υφίσταται η πλήρης ε λ ε υ θ ε ρ ί α και ι σ ό τ η τ α. Γιατί, στην πραγματικότητα, η πρώτη είναι προϋπόθεση της δεύτερης. Δηλαδή, δεν μπορούν να υπάρξουν ελεύθερες σχέσεις παρά μόνο μεταξύ ίσων. Μ΄ άλλα λόγια, είναι η γενικευμένη εναλλακτική λύση ως προς τα ιεραρχικά πρότυπα της κοινωνίας.

Οι επιβαλλόμενες και αυστηρά πυραμιδοειδείς δομές της ιεραρχικής κοινωνίας αντικαθίσταται με μια λειτουργική πολυπλοκότητα ελεύθερων ομαδικών κοινοτήτων, κολεκτίβων και κοινοβίων που επιδέχονται πάντα τροποποιήσεις. Ο καταναγκασμός του νόμου, αντικαθίσταται από την αμοιβαία συμφωνία ‘ η εκμετάλλευση των εργαζομένων, αντικαθίσταται από την γενικευμένη αυτοδιεύθυνση ‘ η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, αντικαθίσταται με την κοινή κατοχή (ως προς τις κοινωνικές μορφές παραγωγής) και την ατομική κατοχή (ως προς τις ατομικές μορφές παραγωγής). Η συγκεντροποίηση της πολιτικής εξουσίας και του κράτους, αντικαθίσταται με την αποκέντρωση και την ομοσπονδιοποίηση ‘ η αντιπροσώπευση, αντικαθίσταται με την άμεση δημοκρατία .

Ο καταμερισμός της εργασίας, αντικαθίσταται με την ενοποιητική δημιουργική ολοκλήρωση της εργασίας, είτε είναι αγροτική είτε βιομηχανική, είτε είναι χειρονακτική είτε πνευματική. Η παθητικότητα των μαζών, ως υποταγμένων παραγωγών και εξαρτημένων καταναλωτών, αντικαθίσταται με τη δημιουργικότητα των κοινοτήτων και των ατόμων. Η κοινωνική ανισότητα, αντικαθίσταται με τη φυσική ποικιλομορφία μέσα σε ένα πλαίσιο απόλυτης ισότητας. Η ηθική της υποταγής, της υπεκφυγής και του ψεύδους, αντικαθίσταται με την ηθική της ελευθερίας και της αλληλεγγύης.

Η καταπίεση και η εμπορευματοποίηση των αισθήσεων, αντικαθίσταται με την όλο χαρά απελευθέρωση της ανθρώπινης φύσης.

Μ΄ αυτή την έννοια, η αναρχία δεν είναι μύθος αλλά ένας πραγματικός σκοπός που πρέπει να επιδιωχθεί η επίτευξή του, μολονότι ενδέχεται να γίνεται εφικτός μόνο χάρη σε μια σειρά προσεγγίσεων και ίσως όχι απόλυτα ακόμη και τότε. Κάθε δραστηριότητα θα πρέπει να απορρέει από αυτό το σκοπό και να αναφέρεται σ΄ αυτόν για να μπορεί να ελέγχει τη συνοχή της.

ΤΟ ΑΝΑΡΧΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Οι αναρχικοί δεν είναι μια καθοδηγητική μειονότητα, αλλά, απεναντίας, μια απόλυτα συνειδητή και ενεργός μειονότητα. Δεν είναι επομένως, η πρωτοπορία των καταπιεσμένων τάξεων, αλλά ένα στοιχείο του επαναστατικού αναβρασμού που επικρατεί στη ζωή των μαζών. Το αναρχικό κίνημα είναι η θεωρία και η πράξη, το σημείο αναφοράς για όλους όσους υφίστανται την εκμετάλλευση. Αυτό το κίνημα εκφράζει το πρόγραμμα για την επανάσταση, την ελευθερία και την ισότητα, στην ολότητά του και με όλη τη συνοχή και την πλουραλιστική ποικιλομορφία του. Μιλάει για ολότητα και συνοχή. Μας υπενθυμίζει τους ουσιαστικούς στόχους με κάθε επιμέρους επιτυχία, με κάθε παραλλαγή, με κάθε συνέπεια όσο σημαντική ή ασήμαντη κι αν είναι. Μιλάει για πλουραλιστική ποικιλομορφία και εννοεί τη γόνιμη ανάπτυξη των ποικίλων αναρχικών ερμηνειών, αναλύσεων και οργανωτικών αντιλήψεων.

Ένας από τους αντικειμενικούς στόχους της δραστηριότητάς μας είναι να οικοδομήσουμε ένα κίνημα ισχυρό από άποψη επιρροής, πλατύ, σοβαρό και οργανωμένο, χωρίς η οργάνωση να θυσιάζει τη συνοχή της στο όνομα του ψεύτικου ιδανικού της ‘’αποτελεσματικότητας’’. Οι αναρχικές οργανώσεις, ομάδες, ομοσπονδίες ή συντονιστικά, θα πρέπει να θυσιάζουν κάπως την αποτελεσματικότητα στο όνομα της συνοχής τους, γιατί σ΄ αυτήν ακριβώς τη συνοχή τους έγκειται και η αποτελεσματικότητά τους. Μόνο μ΄ αυτό τον τρόπο, μέσα από οριζόντιες αντιιεραρχικές διαδικασίες μπορούμε να αποφύγουμε τους κινδύνους του εξουσιασμού και της γραφειοκρατίας και μπορούν να φιλοδοξούν οι αναρχικοί να γίνουν η κριτική συνείδηση των ελευθεριακών πλατιών οργανώσεων ενάντια στην υπερβολική φροντίδα για την επίτευξη της ‘’αποτελεσματικότητας’’.

ΟΜΑΔΕΣ ΚΑΙ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΕΣ

Η οργανωτική δομή του αναρχικού κινήματος πρέπει να διαρθρώνεται με τη μορφή της ομοσπονδίας, των ομαδικών σχημάτων που έχουν παρόμοιες αντιλήψεις για το τι σημαίνει αναρχισμός και των γεωγραφικών ομαδικών σχημάτων που συνενώνουν ομάδες από την ίδια πόλη ή περιοχή και επομένως, με τα ίδια προβλήματα και ανάλογες κοινωνικές συγκρούσεις. Η ομοσπονδία είναι η φυσική οργανωτική δομή του αναρχισμού και θα πρέπει να διαμορφώνεται σε διεθνικό επίπεδο.

Αλλά, πριν ακόμα δημιουργηθεί η ομοσπονδία, το θεμελιακό οργανωτικό βήμα είναι, κατά τη γνώμη μας η ‘’ομάδα συγγένειας’’, δηλαδή, ένας πυρήνας αγωνιστών που είναι αρκετά μικρός ώστε να διασφαλίζεται η ενεργός συμμετοχή όλων στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων και αρκετά ευρύς ταυτόχρονα για να περιλαμβάνει ποικιλία προσωπικών εμπειριών και αγώνων : χαλαρός όσον αφορά τις αποφάσεις του αλλά με εμμονή στην από μέρους των αναρχικών άρνηση της αρχής του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού (δηλαδή, της υποταγής της μειοψηφίας στις αποφάσεις της πλειοψηφίας).

Στο μέτρο που τα ουσιαστικά γνωρίσματα της αναρχικής οργάνωσης είναι : η άμεση δημοκρατία των συνελεύσεων, η συναινετική διαδικασία στη λήψη των αποφάσεων, μόνο οι μικροί πυρήνες που έχουν κοινές ιδέες τόσο από γενική όσο και από πιο ειδική άποψη, μπορούν να είναι συνεπείς και να έχουν συνοχή όσον αφορά τις βασικές αρχές του αναρχισμού και να είναι ταυτόχρονα αποτελεσματικοί τόσο ως προς τη λήψη των αποφάσεων όσο και από λειτουργική άποψη.

Η ‘’ομάδα συγγένειας’’ όπως μπορούμε να πούμε αυτήν την ενότητα έχει συγγένεια ως προς τις ιδέες και επιπλέον απαιτεί την πλήρη ανάμιξη σε προσωπικό επίπεδο – πράγμα που είναι απαραίτητο αν λάβουμε υπόψη μας ότι η ομάδα δεν είναι μια ‘’επιχείρηση’’ αλλά η από κοινού βίωση των αγώνων και των συγκρούσεων και σαν τέτοια αφορά και απασχολεί μεγάλο μέρος της ζωής του ατόμου. Όσο πλουσιότερη είναι η ζωή του κινήματος τόσο πυκνότερο και πιο ποικιλόμορφο θα είναι το οργανωτικό δίκτυο, ένα δίκτυο ομάδων, ομοσπονδιών, συνδεδεμένων πυρήνων σε τοπική ή εθνική κλίμακα, βραχύχρονων ή με μεγάλη διάρκεια, κολεκτίβων, επιτροπών κ.ά. Ακόμα και στον τομέα του έντυπου υλικού (βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες) υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα όργανα συνοχής και λειτουργικής σύνδεσης.

Ο ΑΝΑΡΧΟΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ

Από ιστορική άποψη, η ελευθεριακή παρουσία έγινε αισθητή πάνω απ΄ όλα στα κινήματα των αγροτών και των βιομηχανικών εργατών – πράγμα που δεν απλή σύμπτωση. Απ΄ την ίδια τη φύση του ο αναρχισμός ως θεωρία και της χειραφέτησης, δε μπορούσε παρά να συμμετέχει και να λειτουργεί προωθητικά στις οργανώσεις για την υπεράσπιση των εκμεταλλευόμενων και των αγώνων τους, δε μπορούσε και δε μπορεί παρά να συμμετέχει στις οργανωμένες εκφράσεις της ταξικής πάλης. Το αναρχικό κίνημα γεννήθηκε ουσιαστικά από την αντιεξουσιαστική πτέρυγα της 1ης διεθνούς.

Η σημαντικότερη και πιο συνηθισμένη μορφή που πήρε η παρουσία των αναρχικών στους αγώνες των εργατών είναι ο αναρχοσυνδικαλισμός, χάρη στον οποίο σε πολλές χώρες, ακόμα και όταν υπήρξε για μικρές χρονικές περιόδους, οικοδομήθηκε ένα τεράστιο ελευθεριακό κίνημα με επιθετική κατεύθυνση, επίφοβο και αξιοσέβαστο, ένα κίνημα παρόμοιο (στην περίπτωση της Ισπανίας, ίσως ταυτόσημο) με εκείνο το κίνημα που, κατά τη γνώμη μας, αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για την πραγμάτωση της ελευθεριακής επανάστασης.

Περισσότερο πρακτικός παρά θεωρητικός, κάτι που εν μέρει είναι σωστό και με κάποια δυνατότητα παραλλαγών από χώρα σε χώρα, ο αναρχοσυνδικαλισμός φάνηκε πάντα συνεπής από δύο απόψεις : είναι ταυτόχρονα ελευθεριακός και επαναστατικός – δηλαδή, οι δομές του ήταν και είναι πάντα όσο γίνεται αποκεντρωμένες χωρίς γραφειοκρατία και ο τελικός του στόχος ήταν και είναι η κοινωνική ανατροπή, δηλαδή η συμβολή του στην χειραφέτηση των εργαζομένων. Επιπλέον ο στόχος αυτός ήταν και είναι πάντα παρών ακόμη και στα μεμονωμένα επεισόδια του καθημερινού αγώνα, που βιώνονταν και βιώνονται πάντα σαν προπαρασκευαστικές αψιμαχίες για την τελική μάχη.

Παρόλο που έχει περάσει μισός αιώνας από την εποχή που έφτασε σ΄ ένα κάποιο αποκορύφωμα ο αναρχοσυνδικαλισμός, διαπιστώνουμε ότι εξακολουθεί να αποτελεί μια βασική μορφή ελευθεριακής επέμβασης, – κλειδί για το ελευθεριακό κίνημα που πρέπει να οικοδομήσουμε και να αναπτύξουμε. Το θέμα του αναρχοσυνδικαλισμού θα πρέπει να μελετηθεί και να ξανασυζητηθεί λεπτομερέστερα και σοβαρά.

Το εργατικό κίνημα δεν είναι πια το ίδιο γιατί και η εργατική τάξη δεν πια η ίδια : από το να είναι μια περιθωριακή κοινότητα και επομένως πολιτικά αυτόνομη και ανατρεπτική καθώς και υφιστάμενη άγρια την εκμετάλλευση, έγινε σχεδόν μια στατιστική κατηγορία η οποία ωθείται προς την πολιτική ενσωμάτωσή της και υφίσταται την εκμετάλλευση σε τέτοια ένταση και με τέτοιο τρόπο που γίνεται πιο εύκολα ανεκτή. Οι εξουσιαστικές και ρεφορμιστικές οργανώσεις, που ηγεμόνευσαν και ηγεμονεύουν το εργατικό κίνημα, ήταν και είναι το αποτέλεσμα τόσο αυτής της ταξικής εξέλιξης, όσο και μιας επιτάχυνσης και διευκόλυνσης της ίδιας διαδικασίας.

Παρόλα αυτά η τελευταία δεκαετία απέδειξε ότι η πολιτική και πολιτιστική ενσωμάτωση της εργατικής τάξης δεν είναι μια αμετάκλητη διαδικασία. Διαπιστώσαμε ότι η άρνηση του συστήματος μπορεί ακόμα να βρίσκει ρίζες σε αγώνες που ξεκινούν με την επιθυμία της βελτίωσης της ταξικής θέσης μέσα στο σύστημα. Διαπιστώσαμε, ειδικά στις χώρες που πλήττονται από τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές αντιθέσεις, ότι οι προλετάριοι μπορούν να πρωταγωνιστήσουν σε μια βίαιη κοινωνική σύγκρουση που είναι επικίνδυνη για τη σταθερότητα του ίδιου του συστήματος. Απ΄ το 1969 μέχρι σήμερα οι εργάτες, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, παραμέρισαν τις θεσμοποιημένες μορφές της ταξικής πάλης (συνδικάτα) σε αρκετές περιπτώσεις, παρόλο που στη συνέχεια δεν μπόρεσαν να διαμορφώσουν κάποια οργανωμένη εναλλακτική λύση έξω από τα θεσμικά πλαίσια κι ενάντια σ΄ όλους τους θεσμούς – εκτός από ορισμένες εφήμερες κι επιμέρους εξαιρέσεις.

Δυστυχώς στα κρίσιμα χρόνια της αναζωογόνησης της προλεταριακής αγωνιστικότητας, η αναρχοσυνδικαλιστική παρουσία υστερούσε όπως υστερούσε και η αναρχική παρουσία. Ωστόσο, μόνο μια τέτοια παρουσία θα μπορούσε να ευνοήσει τη σύνθεση του επεισοδιακού και του εφήμερου σ΄ ένα επαναστατικό πρόγραμμα και σε ελευθεριακές δομές για να αποφευχθεί τελικά η διάλυση και η αφομοίωση των πιο επαναστατικών μειονοτήτων. Σε αυτές ακριβώς τις δομές, που δεν επιβάλλονται ‘’απ΄ τα έξω’’, ή ‘’από τα πάνω’’ αλλά πηγάζουν μέσα από το κίνημα που αγωνίζεται ενάντια στους θεσμούς, σ΄ αυτή την ‘’αναγέννηση’’ του επαναστατικού κι ελευθεριακού συνδικαλισμού, έγκειται ακριβώς η υπέρτατη εγγύηση για την προλεταριακή αυτονομία.

Σήμερα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες, πιστεύουμε ότι ο αναρχοσυνδικαλισμός εξακολουθεί να έχει δυνατότητες ανάπτυξης και μολονότι είναι κίνημα μειοψηφίας, εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό παράγοντα στον αγώνα γιατί η αγωνιστικότητα και η ευελιξία του αναπληρώνουν τα μειονεκτήματα που πηγάζουν από την αριθμητική αδυναμία του σε σύγκριση με το γραφειοκρατικό συνδικαλισμό. Ιδιαίτερη απήχηση μπορεί να έχει ο ελευθεριακός χαρακτήρας του, δηλαδή η πίστη και η εμμονή του στη δημοκρατία των συνελεύσεων και στην άμεση δράση, πράγμα που είναι η καλύτερη εγγύηση για το θεμελιακό γεγονός ότι δε συμβιβάζεται με καμιά απολύτως κοινωνική, πολιτική και οικονομική ιεραρχία.

ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Το ελευθεριακό κίνημα είναι το σύνολο των οργανώσεων που αποτελούνται όχι από αναρχικούς – οι αναρχικοί μπορεί να αποτελούν μια μειοψηφία – αλλά από όλους εκείνους που συμμερίζονται, έστω και εν μέρει, τα μέσα και τους σκοπούς του αναρχισμού. Μ’ άλλα λόγια πρόκειται για οργανώσεις που ενώ δεν είναι απαραίτητο να αποδέχονται τον αναρχισμό συνολικά, αποδέχονται σε σημαντικό βαθμό την αντιεξουσιαστική βάση τόσο ως προς τη θεωρία όσο και ως προς την πρακτική, μολονότι με ιδιότυπο τρόπο και με τη μορφή ενός συμβιβασμού με την πραγματικότητα των κοινωνικών αγώνων.

Στα εργοστάσια, στα σχολεία, στους στρατώνες, στη γειτονιά κτλ , οπουδήποτε εξελίσσεται η σύγκρουση, οπουδήποτε εκδηλώνεται η εξέγερση ενάντια στην ταξική κοινωνία, οπουδήποτε παρουσιάζεται η άρνηση της εκμετάλλευσης, της εθνικής καταπίεσης ή της σεξουαλικής καταπίεσης, οπουδήποτε παρουσιάζεται η λίγο πολύ συνειδητή άρνηση της εξουσίας, εμφανίζονται (μερικές φορές σαν πρωτοβουλία των αναρχικών αλλά συχνότερα με αυθόρμητο τρόπο) ελευθεριακοί οργανωτικοί πυρήνες με λίγο πολύ εφήμερο χαρακτήρα. Όλες αυτές οι δομές βάσης, τα όργανα της άμεσης δημοκρατίας, οι συνεργατικές που ελέγχονται πραγματικά από τους ίδιους τους εργάτες, τα πειραματικά κοινόβια που έχουν να προβάλλουν κάποια βιώσιμη εναλλακτική λύση ως προς την παραδοσιακή οικογένεια, οι αντιεξουσιαστικοί παιδαγωγικοί πειραματισμοί – όλα αυτά αποτελούν το υλικό για την οικοδόμηση ενός ελευθεριακού κινήματος όπου εκείνο που ‘’κάνουν’’ οι αναρχικοί αγωνιστές μπορεί να γίνει αυτό που κάνουν όλοι όσοι υφίστανται το ζυγό της εκμετάλλευσης.

ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ

Οι αναρχικοί θα πρέπει να προσπαθούν όχι μόνο για τη δημιουργία αυτοδιευθυνόμενων πυρήνων αγώνα αλλά και για τη σύνδεση αυτών των πυρήνων με βάση το χώρο επέμβασης καθώς και σε γεωγραφικό επίπεδο : για να αποφεύγεται η καταστροφή τους από την απομόνωση ή την επαναφομίωσή τους στους υπάρχοντες θεσμούς (απ΄ τα κόμματα, τα συνδικάτα και θλιβερούς λακέδες τους). Η ενεργός παρουσία των αναρχικών και η σαφήνεια των ιδεών τους είναι κρίσιμος παράγοντας σ΄ αυτή τη φάση της ανάπτυξης για να καταπολεμηθεί κάθε πιθανότητα ιεραρχικής παλινδρόμησης.

Φυσικά, δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν στις ελευθεριακές οργανώσεις τα ίδια οργανωτικά κριτήρια που είναι ουσιαστικά αλλά και σημαντικά για το αναρχικό κίνημα. Το μόνιμο καθήκον των αναρχικών είναι, ωστόσο, να εμποδίζουν την ανάπτυξη μέσα σ΄ αυτές τις οργανώσεις κάθε μορφής ιεραρχία και να αποφεύγεται η διάβρωση της αυτοδιεύθυνσης των αγώνων και της ά μ ε σ η ς δημοκρατίας. Υποστηρίζουμε βασικά ότι στους κοινωνικούς αγώνες και στην οικοδόμηση ελευθεριακών οργανώσεων, οι αναρχικοί πρέπει να λειτουργούν με ‘’ενοποιητικό’’ τρόπο, έχοντας πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι αυτό που τους διαφοροποιεί εξακολουθεί να είναι λιγότερο σημαντικό από αυτό που τους ενώνει. Στην ουσία, δεν υπάρχει κανένας λόγος να αναπαράγουν στο επίπεδο των ελευθεριακών οργανώσεων αυτόν τον οργανωτικό πλουραλισμό που σε αναρχικό επίπεδο είναι κάτι φυσικό και απόλυτα ζωτικό.

Απ΄ την άλλη μεριά, πιστεύουμε ότι αυτές οι σχέσεις ανάμεσα στο αναρχικό κίνημα και το ελευθεριακό κίνημα δε θα πρέπει σε καμιά περίπτωση να είναι θεσμοποιημένες και επιπλέον δε θα πρέπει ποτέ να δημιουργείται καμιά ιεραρχική σχέση με βάση τη σύνδεσή τους (π.χ. όπως οι σχέσεις ανάμεσα σε μια συνδικαλιστική οργάνωση και ένα πολιτικό κόμμα). Η μόνη σύνδεση, που πρέπει να είναι ιδιαίτερα ισχυρή, ανάμεσα στις ομάδες και τις αναρχικές ομοσπονδίες απ΄ τη μια και τις ελευθεριακές οργανώσεις από την άλλη, πρέπει να είναι η ενεργός παρουσία των αναρχικών αγωνιστών και η επιρροή που μπορούν να έχουν στους συντρόφους τους στον αγώνα εξαιτίας της καθημερινής δράσης τους.

Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Όλες οι ιεραρχικές κοινωνίες βασίζονται όχι μόνο στην καταπίεση και την καταστολή αλλά ακόμη περισσότερο και στη συναίνεση των καταπιεζόμενων που αποδέχονται το σύστημα των κυρίαρχων αξιών. Η συναίνεση αυτή λειτουργεί συνήθως έτσι που να διατηρείται ο αναπόφευκτος ανταγωνισμός μέσα σε ελέγξιμα όρια. Η υπάρχουσα τάση της αναπτυγμένης καπιταλιστικής κοινωνίας να εξελιχθεί προς τον ολοκληρωτισμό ασκεί ολοένα αυξανόμενο ψυχολογικό και ιδεολογικό έλεγχο, χάρη στις τρομακτικές δυνατότητες που έχουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τα οποία κατορθώνουν να διανέμουν τις κυρίαρχες ιδεολογίες με ένταση και δύναμη πειθούς που μπορεί να συγκριθεί μόνο με τη χρυσή εποχή της θρησκείας. Επίσης, τα μαζικά μέσα ενημέρωσης και η μαζική εκπαίδευση εξαλείφουν με πολύ γρήγορο ρυθμό το μοναδικό πλεονέκτημα της λαϊκής περιθωριοποίησης : την πολιτιστική αυτονομία.

Η καθαυτή αστική ιδεολογία δεν υπάρχει πια με την έννοια του φιλελευθερισμού που θεμελιώνεται πάνω στην ανισότητα και στον ατομισμό. Οι κυρίαρχες ιδεολογίες σήμερα στην Ιταλία (όσον αφορά την πληροφόρηση και γενικά την κουλτούρα ) είναι απλά διάφορες παραλλαγές μιας και μόνης ιδεολογίας της ιδεολογίας της τεχνογραφειοκρατικής εξέλιξης, με μια μόνιμη απόχρωση που κυμαίνεται από τον κυνικότερο ατομικισμό με τις υβριδικές του αξίες για το γραφειοκρατικό πατερναλισμό μέχρι ένα συνεκτικότερο μαρξίζοντα ρεφορμισμό με τις αξίες του για τον ιεραρχικό και αξιοκρατικό κολεκτιβισμό. Ο ρεφορμισμός αυτός είναι η πιο παγιωμένη και πιο συνεκτική πολιτιστική παρουσία, με αυξανόμενες ολοένα διαστάσεις σε ακαδημαϊκό και καλλιτεχνικό επίπεδο λόγω της μεγαλύτερης προσαρμοστικότητας του στην ιστορική εξέλιξη, λόγω της μεγαλύτερης πνευματικής αξιοπρέπειας του, λόγω των τριαντάχρονων υπομονετικών προσπαθειών του Ι.Κ.Κ. που κατόρθωσε να έχει μοναδική σχεδόν παρουσία στους κύκλους των προοδευτικών διανοουμένων της Ιταλίας.

Η ελευθεριακή πολιτιστική παρουσία είναι κυριολεκτικά ανύπαρκτη, τόσο μεταξύ των διανοουμένων όσο και στις μειονότητες των εξεγερμένων και τις μάζες. Λόγω αυτής της απουσίας, διάφορες θεμελιακά αντιεξουσιαστικές αντιλήψεις επαναφομοιώθηκαν σε ένα μαρξιστικό (άρα εξουσιαστικό) ιδίωμα στον τομέα της εκπαίδευσης, της πολεοδομίας, της κοινωνιολογίας, της ψυχολογίας κτλ, και εξουδετερώθηκε οποιοδήποτε επαναστατικό περιεχόμενο είχαν. Πρέπει λοιπόν, να αναγεννηθεί η ελευθεριακή παρουσία σε όλα τα επίπεδα με την ενίσχυση σε ποιότητα και ποσότητα της αναρχικής εκδοτικής δραστηριότητας, με την ανάληψη περισσότερων πολιτιστικών πρωτοβουλιών – πρώτα και κύρια, όμως, με μια προσπάθεια για τον συνεχή εμπλουτισμό των βασικών θεμάτων της αναρχικής σκέψης τα οποία είναι στην ουσία ταυτόσημα με τα βασικά θέματα της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας.

Ο αναρχισμός, με την εξαίρετη συνοχή και την κριτική διαύγειά του, που αρνείται κάθε κυριαρχία, θα πρέπει να είναι το σημείο αναφοράς για οτιδήποτε ανθεί από γνήσια αντιεξουσιαστική άποψη, για όλους όσους βρίσκονται έξω από τις θλιβερές ‘’ακαδημίες’’ ή και εναντιώνονται σ΄ αυτές. Ο αναρχισμός με την παθιασμένη εμμονή του στην ατομική και συλλογική ελεύθερη δημιουργικότητα , θα πρέπει να είναι το σημείο αναφοράς για τους συγγραφείς, τους ηθοποιούς, τους τραγουδιστές, τους ζωγράφους που αρνούνται να είναι απλά υποχείρια του συστήματος και δε θέλουν να τεθούν στην υπηρεσία του παλιού και του νέου σταλινισμού. Ο αναρχισμός πρέπει πάνω απ΄ όλα να είναι σημείο αναφοράς και πολιτιστικού αναβρασμού για τις μάζες των καταπιεζόμενων : επειδή ένας γνήσιος εναλλακτικός πολιτισμός – που αντιστρατεύεται τον πολιτισμό της άρχουσας τάξης – είναι αξεχώριστος απ΄ την ανάπτυξη ενός ισχυρού ελευθεριακού κινήματος, δηλαδή, απ΄ την ανάπτυξη του συνειδητά αντιεξουσιαστικού αγώνα.

Η ΙΕΡΑΡΧΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Στις ιεραρχικές κοινωνίες όλες οι ανθρώπινες σχέσεις, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, βασίζονται ουσιαστικά στην κυριαρχία : στο μέτρο που το ιεραρχικό πρότυπο αναπαράγεται σε κάθε πλευρά της κοινωνίας και με την επιδίωξη για κατοχή εξουσίας, γίνεται έκδηλο γνώρισμα κάθε χαρακτήρα. Ιδιαίτερη σημασία όσο αφορά αυτές τις σχέσεις κυριαρχίας έχει η σχέση που απορρέει από την οικονομική εκμετάλλευση η οποία επικρατεί στην πρωταρχική κοινωνική δραστηριότητα. Η ιεραρχική στρωμάτωση που καθορίζεται απ΄ την εκμετάλλευση, με τις διάφορες μορφές που πήρε στα ποικιλόμορφα οικονομικά συστήματα τα οποία εμφανίστηκαν σ΄ όλη τη διάρκεια της ιστορίας είναι η θεμελιακή στρωμάτωση.

Παρόλα αυτά, τούτη η στρωμάτωση δεν αποτελεί έκφραση μόνο του ιεραρχικού καταμερισμού των παραγωγικών λειτουργιών με την περιορισμένη έννοια του όρου αλλά και του ιεραρχικού καταμερισμού της κοινωνικής εργασίας γενικότερα. Σ ορισμένες κοινωνίες η οικονομική εξουσία (ή και τα προνόμια) έχει συγχωνευτεί με την πολιτική εξουσία, ενώ σε άλλες εξακολουθεί να υπάρχει μια τυπική διάκριση : σε ορισμένες κοινωνίες η πρώτη φαίνεται σα να απορρέει από τη δεύτερη, σε άλλες το αντίθετο. Έτσι κι αλλιώς, όμως τόσο η μια όσο και η άλλη αποτελούν μονοπώλιο μιας προνομιούχας ελίτ.

Το κράτος είναι ο θεμελιακός πολιτικός θεσμός κάθε σύγχρονης ιεραρχικής κοινωνίας και οι επιθέσεις των αναρχικών στρέφονται επομένως, όπως και κατά το παρελθόν ενάντια στο κράτος πρώτα και κύρια – και όχι μόνο ενάντια στο αστικό κράτος (την πολιτική δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας) αλλά και ενάντια σε κάθε είδους κράτος του παρόντος, του παρελθόντος ή του μέλλοντος : στο μέτρο που το κράτος είναι η οργανωμένη δύναμη, δηλαδή, η κυριαρχία. Η αναρχική κριτική ενάντια στο κράτος αποκτά νέες πια διαστάσεις μπροστά στην τερατώδη ολοκληρωτική επέμβαση που γίνεται ενάντια στην ατομική ελευθερία και στην άμεση μεταμόρφωση τόσο της οικονομικής όσο και της πολιτικής εξουσίας.

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗ

Οι αναρχικοί αποσκοπούν στην επανάσταση γιατί η θεμελίωση της ελευθεριακής κοινωνίας, μιας κοινωνίας που βασίζεται στην ισότητα των ανθρώπων, είναι εφικτή μόνο μέσα από μια επανάσταση, δηλαδή, με μια λίγο πολύ βίαιη ιστορική φάση βαθιών και γρήγορων πολιτικών και ηθικών μετασχηματισμών, ανατροπών κτλ.

Η επαναστατική επιλογή είναι αναγκαία γιατί η επανάσταση αποτελεί ένα βήμα για κάθε ουσιαστική αλλαγή της κοινωνίας. Η επανάσταση αποτελεί όντως μια αναγκαιότητα, όχι μόνο ή ειδικά, λόγω της βίαιης αντίστασης που προβάλλει η άρχουσα τάξη όταν χάνει τα προνόμια της, αλλά γιατί πάνω από όλα, μόνο με την επανάσταση μπορεί να εκφραστεί πραγματικά η λαϊκή επιθυμία για ριζοσπαστική αλλαγή, η μειονότητα μπορεί να γίνει πλειονότητα ή σχεδόν ολότητα και οι καταπιεζόμενες μάζες μπορούν να αναδειχθούν σε πρωταγωνιστές της ιστορίας.

Μόνο σε συγκεκριμένες περιόδους, όταν οι ‘’βεβαιότητες’’ της ανθρώπινης υπόστασης καταλήγουν να χάνουν τη σημασία τους, όταν το παραδοσιακό σύστημα αξιών και οι εξουσιαστικοί θεσμοί χάνουν τον καθαγιασμένο χαρακτήρα τους – μόνο σ΄ αυτές τις έντονες στιγμές κρίσης, αρχίζει να καταρρέει η πραγματική βάση της καταστημένης τάξης πραγμάτων, μια και η βάση αυτή δεν είναι παρά η παθητική συναίνεση και αποδοχή από μέρους των μαζών. Μόνο σε αυτές τις περιόδους αρχίζει να καταρρέει η ψυχολογική κυριαρχία των ‘’αφεντικών’’, τόσο σε ατομικό όσο και σε μαζικό επίπεδο, μια κυριαρχία που αποτελείται από χαρακτηρολογικές δομές και μυθοποιητικές ιδεολογίες οι οποίες επιβάλλονται και υποβάλλονται στους καταπιεζόμενους απ΄ την πρώτη στιγμή που γεννιούνται! Γι΄ αυτό το λόγο, στην ιστορία της ανθρωπότητας, η επαναστατική ‘’κρίση’’ θεωρήθηκε πάντα το αναγκαίο σημείο τερματισμού για τις εξελίξεις του παρελθόντος και ταυτόχρονα η αναγκαία αφετηρία για τις μελλοντικές εξελίξεις.

Είναι επομένως, εξαιρετικά σημαντικό αυτό το επαναστατικό πέρασμα, το sine qua non για την απελευθέρωση των εξισωτικών κι ελευθεριακών τάσεων και της λαϊκής, ελευθεριακής, ενεργητικής δημιουργικότητας, η ανατροπή που επιδιώκεται απ΄ τους αναρχικούς, αφορά όλες τις πλευρές των κοινωνικών σχέσεων και σε βάθος, πρέπει να απαιτήσει την ενεργό, εθελοντική και απόλυτα συνειδητή συμμετοχή όσο γίνεται περισσότερων ανθρώπων.

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Μιλάμε για ‘’ελευθεριακή’’ επανάσταση και όχι για ‘’αναρχική’’ επανάσταση απλά. Δεν πιστεύουμε ούτε σε μια καθαρά αναρχική επανάσταση ούτε στη χρησιμότητα κάθε επανάστασης σαν τέτοιας. Ύστερα από 50 χρόνια ιστορικών εμπειριών (Ρωσία, Κίνα, κτλ) είναι πια σαφές ότι :
το ξέσπασμα των λαϊκών τάσεων για ισότητα και ελευθερία είναι βραχύχρονο φαινόμενο εκτός και αν αποκτηθεί η δυνατότητα αυτοέκφρασης με αρκετές αυτόνομες οργανώσεις.
Ο ‘’κρατιστικός σοσιαλισμός’’ δεν είναι ένα βήμα μπρος για τη χειραφέτηση του ανθρώπου.

Ταυτόχρονα, όσο και αν αναπτυχθούν οι αναρχικοί (τόσο σε ποιότητα όσο και αριθμητικά) πριν την επανάσταση, δεν πιστεύουμε ότι μπορούν να έχουν επαρκή δύναμη και ότι οι ιδέες τους θα έχουν επαρκή επιρροή για να δοθεί μονοσήμαντος χαρακτήρας στην επαναστατική ανατροπή : θα συμμετάσχουν και άλλες δυνάμεις. Ωστόσο από την πρώτη στιγμή κιόλας, η αναρχική παρουσία θα πρέπει να δώσει ελευθεριακό χαρακτήρα στην επανάσταση (με την κατάργηση του κρατικού μηχανισμού, την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και τη δημιουργία οργανώσεων βάσης για την αυτοδιεύθυνση και την άμεση δημοκρατία).

Τα άλλα επαναστατικά στοιχεία δε θα πρέπει να επικρατήσουν σε τέτοιο βαθμό ώστε να καταπνιγούν η αυτοδιεύθυνση, η άμεση δημοκρατία και ο επαναστατικός πειραματισμός, ούτε να αναπτυχθούν σε τέτοιο βαθμό ώστε να εμποδιστεί η αποκεντρωμένη και πλουραλιστική ανάπτυξη της επανάστασης. Η επανάσταση αυτή, η ελευθεριακή κοινωνική επανάσταση, η μοναδική επανάσταση για την οποία αξίζει τον κόπο να θυσιάσει κανείς ως ένα βαθμό το παρόν, απορρέει από τη συνδυασμένη ύπαρξη ορισμένων ευνοϊκών συνθηκών. Ο στόχος της αναρχικής δραστηριότητας είναι να δημιουργηθούν αυτές οι συνθήκες.

Από αυτές τις συνθήκες ορισμένες μπορούν να θεωρηθούν υποκειμενικές και ορισμένες αντικειμενικές, δηλαδή, ορισμένες καθορίζονται από τη θέληση του ‘’επαναστατικού υποκειμένου’’, ενώ άλλες από διάφορους εξωτερικούς παράγοντες. Οι αντικειμενικές συνθήκες είναι εκείνες που γενικά έχουν την τάση να ευνοούν κάθε επανάσταση, οι οικονομικές κρίσεις οι πόλεμοι, οι συγκρούσεις ανάμεσα στις κυρίαρχες κοινωνικές ομάδες, κάποια υπερβολική εξασθένιση ή ακόμα και αποσύνθεση της εξουσίας, κτλ. Η ιστορία των επαναστάσεων προσφέρει πολυάριθμα παραδείγματα για αυτές τις ευνοϊκές αντικειμενικές συνθήκες.

Οι αναγκαίες υποκειμενικές συνθήκες για μια ελευθεριακή κοινωνική επανάσταση μπορούν σχηματικά να περιγραφούν σαν η μάξιμουμ εφικτή ποσοτική και ποιοτική ανάπτυξη του αναρχικού κινήματος και της οργανωμένης ελευθεριακής παρουσίας στην κοινωνική σύγκρουση και η μάξιμουμ εφικτή διάδοση της κριτικής επίγνωσης και του εξεγερσιακού πνεύματος ενάντια στην εξουσία.

Όταν λέμε μάξιμουμ ‘’εφικτή’’, ανάπτυξη, θέλουμε να τονίσουμε ότι, αφενός, σε μια μη επαναστατική περίοδο υπάρχουν αρκετά περιορισμένες δυνατότητες για την επαναστατική αγωνιστικότητα ή για την αποδοχή, ακόμα και για την κατανόηση της αναρχικής θεωρίας και την πρακτική εφαρμογή της ελευθεριακής μεθόδου. Και αφετέρου, πρέπει να τονίσουμε ότι αυτό το επίπεδο ‘’ωριμότητας’’ είναι αναγκαίο για να έχει τη δυνατότητα η επανάσταση να εξελιχθεί προς κάποια αναρχική κατεύθυνση, δηλαδή, για να έχουν την ευκαιρία οι φυσικές τάσεις των εκμεταλλευόμενων να αναδυθούν, να οργανωθούν και να ωριμάσουν σταδιακά προς την κατεύθυνση των πιο αναπτυγμένων μορφών ελευθερίας και ισότητας.

Αυτοί είναι, λοιπόν, οι στρατηγικοί αντικειμενικοί στόχοι της αναρχικής δραστηριότητας. Δεν είναι δυνατό να την προσδιορίσουμε ποσοτικά ή να την καθορίσουμε από άποψη χρόνου. Ο χρόνος που είναι αναγκαίος για την ανάπτυξη των υποκειμενικών συνθηκών της Ελευθεριακής επανάστασης (και στην ουσία το εφικτό της πραγμάτωσης της μέσα σε κάποια λογικά χρονικά όρια) συνδέεται με τόσους πολλούς παράγοντες που οι προβλέψεις δεν μπορούν να δείξουν παρά τον πεσιμισμό ή τον οπτιμισμό μιας μεμονωμένης άποψης. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι όπως έχουν τα πράγματα σήμερα, υπάρχει πολύς δρόμος να διανύσουμε ακόμα και το έργο που πρέπει να γίνει είναι τεράστιο.

ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟΙ

Μπορούμε να διερευνήσουμε μια σειρά ενδιάμεσων αντικειμενικών στόχων των διαδοχικών φάσεων που προσδιορίζουν την επαναστατική στρατηγική μόνο με την έννοια μιας σταδιακής οικοδόμησης των τελικών αντικειμενικών στόχων, δηλαδή, της σταδιακής πραγμάτωσης των υποκειμενικών συνθηκών που ευνοούν την ελευθεριακή κοινωνική επανάσταση. Τα μέσα και οι σκοποί συμβαδίζουν πάντα και η ανάπτυξη του ενός παράγοντα αντιστοιχεί στη βαθμιαία επιδίωξη του άλλου.

Δεν εννοούμε, ωστόσο, ότι πρέπει να αρνηθούμε ό λ ε ς τις επαναστατικές αξίες και τους χιλιάδες αγώνες που έκαναν οι καταπιεζόμενοι και οι εκμεταλλευόμενοι για να επιφέρουν βελτιώσεις, για να κερδίσουν μερικά ψίχουλα ελευθερίας ή για να μη χάσουν όσα κατακτήθηκαν ύστερα από σκληρές μάχες. Γιατί, όντως, χάρη στην παρουσία των αναρχικών σ΄ αυτές τις συγκρούσεις, μπορούν να ωριμάσουν οι επαναστατικές συνθήκες.

Δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι αυτοί οι αγώνες, ανεξάρτητα από την αξία τους ως προς την πραγμάτωση του επαναστατικού σκοπού, σωστά αποδίδουν μεγάλη σημασία στις εκμεταλλευόμενες τάξεις από τις οποίες είναι αδιανόητο να ζητήσουμε να αγνοήσουν την επιθυμία τους να ζήσουν καλύτερα στο παρόν. Δεν πιστεύουμε ωστόσο, ότι οι επιμέρους κατακτήσεις, που πηγάζουν από αυτούς τους αγώνες, αποτελούν τους κρίκους μιας αλυσίδας που αντικειμενικά οδηγεί στην επανάσταση.

Η επέμβαση των αναρχικών σε αυτούς τους αγώνες έχει σαν κίνητρο, την υποκειμενική αξία (δηλαδή, την κοινωνική ωριμότητα εκείνων που πρωτοστατούν) που μπορούν να έχουν, ιδιαίτερα αν θέτουν αντικειμενικούς στόχους και χρησιμοποιούν μεθόδους που εμπεριέχουν τη δυναμική της ισότητας και της ελευθερίας. Επομένως, τα εργατικά αιτήματα, λόγου χάρη, που στοχεύουν στη μείωση της ανισότητας στον τόπο δουλειάς έχουν αξία στο μέτρο που υποβοηθούν την ανάπτυξη πνεύματος αλληλεγγύης και την έκφραση της επιθυμίας για ισότητα μεταξύ των εκμεταλλευόμενων και όχι γιατί ωθούν τους εργαζόμενους να πιστέψουν στη σταδιακή εξάλειψη της ανισότητας ώστε να καταστεί εφικτή η ενοποίηση των αντικειμενικών συμφερόντων των εργατών. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν συγκεκριμένα μάξιμουμ όρια για την εξάλειψη της ανισότητας σε ένα σύστημα που βασίζεται στην εκμετάλλευση. Επομένως, ακόμη και ο αγώνας για την κατάκτηση περισσότερων ελευθεριών έχει αξία μόνο στο μέτρο που έχει τη δυνατότητα να ενισχύει την εξέγερση των καταπιεζόμενων ενάντια στην εξουσία.

Το κράτος δεν μπορεί να αποφύγει να θέτει όρια στην ελευθερία που παραχωρεί στους υπηκόους του και πράγματι σε τυπικά “δημοκρατικά” καθεστώτα οι ποικιλόμορφοι αγώνες για ελευθερία καταλήγουν γενικά να είναι απλές προσπάθειες για την υπεράσπιση των υφιστάμενων ελευθεριών ενάντια στις επιθέσεις της εξουσίας – όσο πιο ολοκληρωτικό γίνεται το κράτος σε μια αναπτυγμένη βιομηχανική κοινωνία τόσο πιο αμυντικοί θα γίνονται αυτοί οι αγώνες. Το να έχουμε ψευδαισθήσεις ότι υπάρχουν επιμέρους αντικειμενικοί στόχοι και κατακτήσεις με αντικειμενικά επαναστατική αξία αποτελεί παραδοξολογική παραλλαγή του ρεφορμισμού.

Επειδή ακριβώς είναι επιμέρους και περιορισμένοι πρέπει να είναι ρεφορμιστικοί, με την έννοια ότι μπορούν να ενσωματωθούν ή να αφομοιωθούν στη δυναμική του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Αλλά η συνείδηση που αποκτάται, η ανάπτυξη της οργάνωσης έξω από τα θεσμικά πλαίσια – δηλαδή, όλα όσα απορρέουν από τον ελευθεριακό τρόπο αγώνα – είναι αυτά ακριβώς για τα οποία ενδιαφέρονται οι αναρχικοί. Γιατί τα αποτελέσματα, όταν επιτυγχάνονται με τα κινήματα αυτοδιεύθυνσης και άμεσης δράσης, φέρνουν λίγο πιο κοντά την ελευθεριακή επανάσταση’ αλλά, όταν τα ίδια τα αποτελέσματα επιτυγχάνονται με την διαμεσολάβηση και την ιεραρχική οργάνωση, την απομακρύνουν ολοένα και πιο πολύ.

Η άποψη των αναρχικών για τη σχέση μέσων και σκοπών αποτελεί πια κλασική περίπτωση συνοχής και συνέπειας η οποία δεν έχει μόνον ηθική αλλά και επιστημονική βάση. Τα μέσα και οι σκοποί συνδέονται μεταξύ τους με μια σχέση αιτίας – αποτελέσματος και η επιλογή των σκοπών απαραίτητα καθορίζει τα μέσα, οποιαδήποτε κι αν είναι η επιθυμία ή η πρόθεση όσων καταφεύγουν στα συγκεκριμένα μέσα. Είναι, λοιπόν, ιδεαλιστικό ή χειρότερα, μυθοποιητικό να λέμε ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Η ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Το αναρχικό πρόγραμμα για την επανάσταση αντλεί από την ταξική πάλη όλων όσων υφίστανται την εκμετάλλευση τις εγγυήσεις για το εφικτό ή το πιθανό της πραγμάτωσής του. Η γενικευμένη ύπαρξη ταξικής πάλης σε κάθε ιεραρχική κοινωνία αποτελεί μια αρχική ένδειξη με ιδιαίτερα κρίσιμη σημασία, όσο κοινότυπη κι αν φαίνεται : η κοινωνική ανισότητα δεν είναι κάτι το φυσικό και μόνο η επιβολή της βίας (τόσο ψυχολογικής όσο και άμεσα σωματικής) εγγυάται την επιβίωσή της. Μια δεύτερη ένδειξη, που βασίζεται στην παρατήρηση ότι υπάρχουν πολλών ειδών συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνώντων και των κυβερνώμενων, είναι ότι οι δούλοι, οι μισθωτοί εργαζόμενοι, οι εκμεταλλευόμενοι και γενικά οι καταφρονημένοι κάθε συστήματος (της γης οι κολασμένοι), εκδηλώνουν μια μόνιμη τάση να αρνούνται την ταξική τους υπόσταση.

Όλα αυτά απ΄ την άποψη των αντικειμενικών στόχων, σημαίνουν ότι οι οραματικές βλέψεις για χειραφέτηση μπορούν να πραγματωθούν μόνο με την κατάργηση των τάξεων, με το μετασχηματισμό της κοινωνίας προς την κατεύθυνση της ισότητας και της ελευθερίας. Η ιστορία της επανάστασης και των εξεγέρσεων παρέχει απειράριθμα παραδείγματα που αποδεικνύουν το γεγονός ότι οι μάζες που υφίστανται την εκμετάλλευση, κάθε φορά που μπορούν να οργανώσουν την κοινωνία σύμφωνα με τις βλέψεις τους, την οργανώνουν με βάση την ισότητα και την ελευθερία.

Ένα επιπλέον σημαντικό στοιχείο που μας αποκαλύπτει η ιστορία της ταξικής πάλης, αναφέρεται σ΄ αυτές ακριβώς τις πρακτικές αποδείξεις, σ΄ αυτές τις λαϊκές ‘’ουτοπίες’’ που πραγματώνονται κατά καιρούς (μολονότι με αποσπασματικό τρόπο), σε μια δημιουργικότητα που έχει καθαρά ελευθεριακό χαρακτήρα, σ΄ αυτά τα παραδείγματα που ανακαλύπτουν πως αντιλαμβάνονται οι καταπιεζόμενες και εκμεταλλευόμενες μάζες τη συλλογική χειραφέτησή τους. Ο αναρχισμός απορρέει από αυτή τη μακραίωνη κοινωνική ένταση που επιζητεί την πραγμάτωση της ισότητας και της ελευθερίας, αναπτύσσει τους αντικειμενικούς στόχους των καταπιεζόμενων και τις παραδειγματικές υποδείξεις τους σ΄ ένα σύστημα σκέψης και δράσης που αντιπροσωπεύει το ανώτερο μέχρι στιγμής επίπεδο επαναστατικής θεωρίας και πρακτικής. Παρόλα αυτά, η ταξική πάλη και αναρχικός επαναστατικός αγώνας δεν είναι συνώνυμα.

Πρώτον, η ταξική πάλη έχει τη δυνατότητα να εκφραστεί και με ρεφορμιστικό τρόπο και στην πραγματικότητα αυτή είναι η κυρίαρχη μορφή που παίρνει σε μη επαναστατικές περιόδους. Δεύτερο, η κοινωνική σύγκρουση δεν εξαντλείται με την ταξική πάλη αλλά, εκφράζεται με ένα σωρό άλλες εξεγερσιακές καταστάσεις που σ΄ ένα περίπλοκο και επιτηδευμένο ιεραρχικό σύστημα, πηγάζουν από μορφές ανισότητας και κυριαρχίας οι οποίες δεν έχουν τόσο άμεση σχέση με την ταξική πάλη : σεξουαλική καταπίεση, εθνική, φυλετική κτλ, καταπίεση. Όλες αυτές οι εξεγερσιακές καταστάσεις έχουν κάποια κοινή δυναμική ισότητας που παραλληλίζεται με την ταξική πάλη, μολονότι όχι κατ΄ ανάγκη, ούτε και απόλυτα. Απ΄ όλες αυτές τις εξεγερσιακές καταστάσεις, όπως και από την εξέγερση του ατόμου, ο αναρχισμός έχει τη δυνατότητα να αντλήσει νέα θεωρητικά και πρακτικά δεδομένα και να επανεντάξει αυτά τα κινήματα ή τις βλέψεις για επιμέρους χειραφέτηση στο επαναστατικό του πρόγραμμα για την ολική χειραφέτηση του ανθρώπου.

Μόνο μ΄ αυτό το επαναστατικό πρόγραμμα και μ΄ αυτή την επανένταξη είναι εφικτό να πραγματωθεί η επαναστατική δυναμική της ταξικής πάλης. Πέρα από αυτό το εφικτό υπάρχει μόνο η ιστορική πραγματικότητα μιας συνεχούς μεταμόρφωσης της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, με την οποία η ταξική πάλη των εκμεταλλευόμενων δεν μπορεί να ‘’γράψει ιστορία’’, δηλαδή, δεν μπορεί να επιφέρει καμιά δομική αλλαγή, εκτός και αν κάτι τέτοιο ωφελεί μια νέα ανερχόμενη άρχουσα τάξη. Στην Ιταλία (σημ. :αναφέρεται στο 1978) στο άμεσο μέλλον, κάτι τέτοιο σημαίνει ότι η ταξική πάλη των εκμεταλλευομένων θα εξυπηρετήσει, θέλοντας και μη, τα συμφέροντα της ‘’τεχνογραφειοκρατίας’’ εκτός και αν η ελευθεριακή επανάσταση αποκτήσει αρκετή επιρροή.

ΤΡΟΠΟΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ

Εκτός απ΄ τις ελάχιστες εκείνες περιπτώσεις όπου πρόκειται για πολύ στοιχειώδης κοινωνίες, μπορούμε γενικά να εντοπίσουμε αναρίθμητες κι αρκετά πλατιές κατηγορίες στην κοινωνική στρωμάτωση. Η πολυπλοκότητα αυτών των κατηγοριών μετατρέπεται γενικά σε ιδεολογία απ΄ την ‘’κοινωνιολογία’’ εκείνη που επιδιώκει να απαλύνει τη σκληρή πραγματικότητα της ταξικής πάλης και να τη μετατρέψει σε πολλαπλές μικροσυγκρούσεις οι οποίες με κανένα τρόπο δεν έρχονται σε αντίθεση με τη διαιώνιση του συστήματος. Αυτές οι κοινωνιολογικές σχηματοποιήσεις αποτελούν αντανάκλαση σε ιδεολογικό επίπεδο της τωρινής τάσης του συστήματος να αδρανοποιεί τον ταξικό ανταγωνισμό με τη μέθοδο του πολλαπλασιασμού των διαχωρισμών, που αποσκοπεί στη συνεχή κλιμάκωση της εκμετάλλευσης και των προνομίων.

Αλλά, ακόμη και σε μια συνεχώς κλιμακούμενη δομή είναι εφικτό να εντοπίσουμε την ταξική πάλη με τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά της, εφόσον πρόκειται για ένα επαναστατικό πρόγραμμα και μια επαναστατική ανάλυση. Αρκεί να εντοπίσουμε στην κορυφή και τη βάση της κοινωνικής πυραμίδας τις τάξεις εκείνες που βρίσκονται σε σύγκρουση μεταξύ τους και μ΄ αυτό τον τρόπο εντοπίζουμε εκείνες τις κατηγορίες που έχουν ανάλογες λειτουργίες όσον αφορά τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας. Μπορούμε, λόγου χάρη, ν΄ απλοποιήσουμε τον τρόπο ερμηνείας με το να καταφύγουμε σ΄ ένα διπολικό σύστημα στο οποίο θα εντοπίσουμε, απομονωμένα βέβαια σε σχέση με την πολυπλοκότερη κοινωνική πραγματικότητα, τον ασυμβίβαστο ανταγωνισμό ανάμεσα σε δύο ταξικούς πόλους που αξιωματικά ορίζεται ως ο θεμελιακός ανταγωνισμός. Η διπολική αυτή σχηματοποίηση έχει, βέβαια, κάποια βάση στην πραγματικότητα – όσο επιμέρους και αν είναι η ερμηνεία – και αποτελεί μια χρήσιμη μέθοδο κυρίως για τον εντοπισμό του φορέα του επαναστατικού κινήματος , δηλαδή της τάξης (ή των ταξικών ομαδοποιήσεων) που υφίσταται την κυριαρχία και την εκμετάλλευση. Παρόλα, αυτά θα πρέπει πάντα να λαμβάνονται υπόψη οι θεωρητικές και πρακτικές αδυναμίες αυτής της σχηματοποίησης.

Μια από αυτές τις αδυναμίες αναφέρεται στο ότι είναι δυνατό να εφαρμοστεί μόνο σε σχετικά ‘’στατικά’’ κοινωνικά συστήματα (π.χ. ο καπιταλισμός του 19ου αι. και ενδεχόμενα ο ρωσικού τύπου ‘’κρατιστικός σοσιαλισμός’’). Στα συστήματα αυτά, η εντοπιζόμενη διπολική σύγκρουση είναι η κυρίαρχη σύγκρουση – μια και αναφέρεται στον κυρίαρχο τρόπο παραγωγής – και η μεσαία τάξη ειδικά είναι απλά ένα ανενεργό ‘’διάφραγμα’’ που λειτουργεί ανάμεσα σε δύο ανταγωνιζόμενες τάξεις και δεν είναι συνολικά ή εν μέρει, παράγοντας οικονομικού και κοινωνικού μετασχηματισμού, δηλαδή, δεν μπορεί να θεωρηθεί τάξη καθεαυτή που αγωνίζεται για την κατάληψη της εξουσίας.

Στις μεταβατικές φάσεις της ιστορίας, όπως αυτή στην οποία ζούμε σήμερα, το σχήμα των δυο τάξεων είναι πια άχρηστο, στο μέτρο που δεν επιτρέπει να αντιληφθούμε και να κατανοήσουμε τις νέες μορφές εξουσίας και εκμετάλλευσης που απορρέουν και αναδύονται από το εσωτερικό των παλιών δομών. Στη χειρότερη περίπτωση, μπορεί να συμβάλλει σε παραπέρα μυθοποιήσεις στο μέτρο που αποκρύπτει την πραγματικότητα της ταξικής σύγκρουσης ανάμεσα σε δύο κοινωνικές ομάδες που ανταγωνίζονται για την κατάκτηση δύναμης και εξουσίας.

Για να μπορέσουμε να καταλήξουμε σε μια θεμελιακή ανάλυση γι΄ αυτές τις περιόδους δυναμισμού είναι ουσιαστικό να αντιληφθούμε αυτή τη σύγκρουση ως σύγκρουση που συντελείται μεταξύ τριών τάξεων που μάχονται η μια ενάντια στην άλλη ταυτόχρονα, δηλαδή, μεταξύ της κυρίαρχης τάξης, της κυριαρχούμενης τάξης και μιας ‘’ανερχόμενης’’ τάξης. Με αυτό τον τρόπο μπορούμε να εντοπίσουμε τις δύο μορφές ταξικής πάλης οι οποίες συνυπάρχουν : δύο μορφές που έχουν διαφορετική και αντίθετη σημασία μολονότι ενδέχεται να υπάρχει κάποια περιστασιακή σύνδεση μεταξύ τους.

Η ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ

Με τη στρωμάτωση που δημιουργείται χάρη στην εκμετάλλευση, οι κοινωνικές ομαδοποιήσεις, οι τάξεις, έχουν διαφορετικά και αντίθετα συμφέροντα. Η ταξική πάλη είναι γενικευμένα υπαρκτή σε κάθε ιεραρχική κοινωνία, μολονότι σε διαφορετικό βαθμό έντασης και με διαφορετικές μορφές και επίπεδα συλλογικής συνείδησης. Είναι η διαπάλη ανάμεσα στους εκμεταλλευόμενους και τους εκμεταλλευτές, ανάμεσα σ΄ εκείνους που ασκούν οικονομική εξουσία και σ΄ εκείνους που την υφίστανται. Είναι επίσης η διαπάλη ανάμεσα σ΄ εκείνους που κατέχουν προνόμια και σε κείνους που αποβλέπουν σ΄ αυτά, ανάμεσα στα αφεντικά και σ΄ εκείνους που αποβλέπουν να γίνουν αφεντικά, ανάμεσα στην κυρίαρχη τάξη και στην τάξη που ανέρχεται και ωθείται προς νέες μορφές κυριαρχίας.

Υπάρχουν, λοιπόν, δύο είδη ταξικής πάλης. Δυστυχώς, η εξέλιξη του ανθρώπου στην ιστορία έχει χαρακτηριστεί από το τελευταίο είδος : η ιστορία έχει να επιδείξει τη διαδοχική άνοδο διαφόρων κυρίαρχων τάξεων, που ασκούν εξουσία ποικιλότροπα και εφαρμόζουν ποικιλοειδώς την εκμετάλλευση. Η άλλη ταξική πάλη, που η πορεία της διαπερνά ολόκληρη την ιστορία είναι η πάλη των κατώτερων τάξεων, των δούλων, των πληβείων, των σκλάβων, των μισθωτών εργατών, που αποσκοπεί στη συνεχή επιδίωξη της χειραφέτησης τους ή τουλάχιστον στο ξαλάφρωμα τους απ΄ τον ασήκωτο ζυγό της εκμετάλλευσης.

Και οι δύο μορφές σύγκρουσης παρουσιάζουν ενδιαφέρον για κάθε αναρχικό : η μια επειδή ο αναρχικός αντλεί, άμεσα ή έμμεσα, όλες τις αξίες του και βασίζει το εφικτό μιας αναρχικής επανάστασης στις βλέψεις για χειραφέτηση που εκφράζουν όσοι υφίστανται την εκμετάλλευση. Η άλλη επειδή ακριβώς με τη μελέτη μιας τέτοιας πάλης, μπορούμε να κατανοήσουμε τη δυναμική της ανισότητας, δηλαδή, των μηχανισμών με τους οποίους μετασχηματίζεται και διαιωνίζεται η ταξική κοινωνία.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΤΑΞΕΙΣ

Η τωρινή μεταβατική φάση της ιστορίας επισφραγίζει το πέρασμα από το κλασικό καπιταλιστικό σύστημα σ΄ ένα νέο σύστημα εκμετάλλευσης. Αυτό ακριβώς αποτελεί και το κλειδί για την κατανόηση της περίπλοκης κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής κατάστασης και των ανακατατάξεων της, μιας κατάστασης που δεν απορρέει μόνο από τα διαφορετικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα αλλά και από την ύπαρξη υστεροκαπιταλιστικών (σημ. : αναφέρεται στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού), νεοκαπιταλιστικών και ενδιάμεσων κοινωνικών συστημάτων που αντιστρατεύονται το ένα το άλλο – επιπλέον, η κάθε κατηγορία παρουσιάζει μεγάλη ποικιλομορφία.

Με βάση αυτό το μοντέλο των τριών τάξεων μπορεί κανείς να απομονώσει τους δύο κυριότερους παράγοντες κοινωνικού μετασχηματισμού – τα παλιά και τα νέα αφεντικά – τόσο σε διεθνές επίπεδο , όσο και στο επίπεδο των μεμονωμένων εθνικών δομών σ΄ εκείνες τις περιοχές όπου δεν έχει ακόμη ξεπεραστεί η φάση του κλασικού καπιταλισμού, όπως στις χώρες του ‘’κρατιστικού σοσιαλισμού’’ και ως ένα βαθμό στις λεγόμενες ‘’τριτοκοσμικές’’ χώρες. Μπορεί κανείς να απομονώσει την τάξη που υφίσταται την κυριαρχία και την εκμετάλλευση η οποία, όπως συμβαίνει πάντα στις μεταβατικές φάσεις της ιστορία, επιτείνει τη δική της ταξική πάλη, εν μέρει επειδή η αλλαγή αδρανοποιεί ως ένα βαθμό τα ψυχολογικά και ιδεολογικά όπλα της υποταγής και εν μέρει επειδή η τάξη στην ‘’ανοδική της πορεία’’, κάνει ιδιαίτερη προσπάθεια για να υποκινήσει την εξεγερσιακή ενεργητικότητα των εκμεταλλευόμενων ως μέσο για την πραγμάτωση των δικών της βλέψεων.

Η τάξη των εκμεταλλευόμενων αποτελείται απ΄ όλους εκείνους που στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, εκτελούν χειρονακτική εργασία – με την ευρύτερη έννοια του όρου. Σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, ανάλογα με τη συγκεκριμένη οικονομική δομή σε εθνικό επίπεδο η ταξική σύνθεση των εκμεταλλευομένων περιλαμβάνει προλετάριους (εργάτες γης, βιομηχανικούς εργάτες, εργάτες και μισθωτούς εργαζόμενους στον τομέα παροχής υπηρεσιών, όπως και υπαλλήλους που έχουν καθαρά εκτελεστικά καθήκοντα), τα κατώτερα στρώματα των ελεύθερων επαγγελματιών, που η ελευθερία τους έχει περιοριστεί σε μια απλή αυτοδιαχείριση της ίδιας τους της εκμετάλλευσης και τελικά το υποπρολεταριάτο των πόλεων και της υπαίθρου – άνεργοι, υποαπασχολούμενοι, περιθωριακοί κτλ. Από αντικειμενική άποψη, όλες αυτές οι κατηγορίες και οι κοινωνικές ομάδες υφίστανται την εκμετάλλευση ανεξάρτητα απ΄ τον μηχανισμό απ΄ τον οποίο εκδηλώνεται (και δεν είναι καθόλου αναγκαίο να είναι ο αντιπροσωπευτικός ή κυρίαρχος τρόπος εκμετάλλευσης) και ανεξάρτητα, μάλιστα, από την υποκειμενική επίγνωση για την εκμετάλλευση.

Τα ‘’παλιά αφεντικά’’, είναι οι καπιταλιστές μπουρζουάδες των οποίων τα προνόμια βασίζονται στην ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και οι οποίοι ασκούν την εκμετάλλευση πρωταρχικά (μολονότι όχι αποκλειστικά ) με βάση τη χαρακτηριστική τους σχέση με την παραγωγή, δηλαδή, στην από μέρους τους απόσπαση της υπεραξίας σ΄ ένα καθεστώς αγοράς ως προς το εργατικό δυναμικό και τα προϊόντα.

Τα ‘’νέα αφεντικά’’ στις υστεροκαπιταλιστικές χώρες έχουν κατορθώσει να ασκούν την κυριαρχία τους από κοινού με την μπουρζουαζία στα πλαίσια μιας δυναμικής ισορροπίας η οποία κλίνει συνεχώς προς τη μεριά τους – είναι οι τεχνογραφειοκράτες.

ΤΑ ΝΕΑ ΑΦΕΝΤΙΚΑ

Η νέα κυρίαρχη τάξη η τεχνογραφειοκρατία, προσδιορίζεται από την πνευματική εργασία που εκτελεί και τις διευθυντικές λειτουργίες που έχει ως προς το ιεραρχικό καταμερισμό της κοινωνικής εργασίας. Τα ‘’νέα αφεντικά’’ εκτελούν αυτές τις λειτουργίες και από αυτές αντλούν τα προνόμια και τη δύναμή τους, όχι βέβαια λόγω κάποιου δικαιώματος ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής αλλά δυνάμει ενός είδους πνευματικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, δηλαδή με την κατοχή της γνώσης που απαιτείται για τη διεύθυνση των μεγάλων οικονομικών και πολιτικών συγκροτημάτων.

Στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες της δύσης, τα νέα αφεντικά δεν έχουν τόσο ξεκάθαρα προσδιορισμένες λειτουργίες και καθήκοντα και ο συγκεκριμένος ρόλος τους όσον αφορά την εκμετάλλευση συνδέεται με την καπιταλιστική εκμετάλλευση γενικά. Τόσο από ιστορική, όσο και από λειτουργική άποψη, προέρχονται από την υπαλληλική μεσαία τάξη που είναι στην υπηρεσία της καπιταλιστικής αστικής τάξης. Η ανάπτυξη των μετοχικών εταιριών των εμπορικών και οικονομικών τραστ και των πολυεθνικών εταιριών, μαζί με τη σταθερή επέκταση της κρατικής παρέμβασης στον κοινωνικοοικονομικό τομέα, δημιούργησαν (και εξακολουθούν να δημιουργούν) τις συνθήκες για την ενίσχυση του ρόλου και της δύναμης των τεχνικών και διαχειριστικών αφεντικών των επιχειρήσεων και των αφεντικών των κρατικών ιδρυμάτων.

Οι γραφειοκράτες (διευθυντές του κράτους) και οι τεχνοκράτες (διευθυντές των ιδιωτικών επιχειρήσεων) είναι οι δύο πλευρές της νέας τάξης. Ωστόσο, μολονότι έχουν ακόμη ορισμένες διαφορές, η καλύτερη έκφραση αυτού του συνδυασμού μπορεί να εντοπιστεί στην ενδιάμεση υβριδική μορφή του διευθυντή μιας δημόσιας επιχείρησης. Οι τεχνογραφειοκράτες ιδιοποιούνται τα ταξικά τους προνόμια, δηλαδή τους καρπούς που αποδίδει η εκμετάλλευση, με τη μορφή πολύ μεγάλων μισθών, των ειδικών αμοιβών, ευεργετημάτων, ειδικών επιδομάτων κτλ.

Στην περίπτωση των διευθυντών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, οι ποικιλόμορφες αυτές αμοιβές μπορούν να θεωρηθούν κεκαλυμμένο επιχειρησιακό κέρδος, δηλαδή, καπιταλιστική υπεραξία. Οι προνομιακές αμοιβές που δίνονται στους διευθυντές του κράτους είναι αντίθετα , χαρακτηριστικά τεχνογραφειοκρατικές. Οι αμοιβές των διευθυντών των δημόσιων επιχειρήσεων και των επιχειρήσεων στις οποίες συμμετέχει το κράτος εμφανίζονται εν μέρει σαν κέρδος (υπόλειμμα του εμπορικού καπιταλιστικού μηχανισμού) και εν μέρει σαν αληθινά προνομιακό δικαίωμα σ΄ ένα ποσοστό του παραγόμενου πλούτου, όχι τόσο σε επίπεδο επιχείρησης όσο σε εθνικό πια επίπεδο.

ΟΙ ΜΕΤΟΧΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΕΣ

Στις μεγάλες μετοχικές εταιρείες, η δύναμη των τεχνογραφειοκρατών εκφράζεται με όρους ‘’διεύθυνσης’’. Δεν μειώνεται απλά η δύναμη απόφασης της πλειοψηφίας των καπιταλιστών – μετόχων χάρη στην αυξανόμενη συνεχώς μεριδιοποίηση της ιδιοκτησίας αλλά και επιπλέον η ιδιαίτερη πολυπλοκότητα των προβλημάτων διεύθυνσης και η απαιτούμενη ‘’ικανότητα’’ για την επίλυσή τους μεταβιβάζει στην τάξη των διευθυντών τον ουσιαστικό έλεγχο των οικονομικών μηχανισμών – πράγμα που με τη σειρά του μειώνει τη δύναμη ακόμα και των μεριδιούχων της λεγόμενης πλειοψηφίας, εκτός και αν κατά τύχη είναι ταυτόχρονα διευθυντές και μεριδιούχοι, συνδυάζοντας με αυτό τον τρόπο τα χαρακτηριστικά και τις προϋποθέσεις τόσο των παλιών όσο και των νέων αφεντικών : αυτό το τελευταίο παρατηρείται συχνά στις μεταβατικές φάσεις της ιστορίας.

Διαπιστώνουμε ολοένα, και πιο πολύ την παρουσία μιας διάστασης ανάμεσα στην ιδιοκτησία και τον έλεγχο. Η παραδοσιακή καπιταλιστική δυάδα διχάζεται ολοένα και πιο πολύ : οι ιδιοκτήτες εξακολουθούν να ενδιαφέρονται για τις υποθέσεις της εταιρείας αλλά είναι πια οι τεχνογραφειοκράτες που, στην ουσία αλλά και δικαιωματικά (με τη λεγόμενη ‘’μεταβίβαση δικαιωμάτων’’), ασκούν τον οικονομικό έλεγχο. Η βάση του νόμου ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, ενώ εξακολουθεί να αποτελεί πηγή προνομιακού εισοδήματος, δεν είναι υποχρεωτικά και οικονομική ιδιοκτησία.

Η ανεξαρτησία των τεχνογραφειοκρατών είναι ακόμη μεγαλύτερη στην περίπτωση των πολυεθνικών εταιρειών. Η δύναμη των μεριδιούχων να καθορίζουν την τύχη της εταιρείας ‘’τους’’ είναι στην ουσία ανύπαρκτη. Οι διαδικασίες παραγωγής και διανομής είναι τόσο πολύπλοκες και έτσι διαρθρωμένες που μόνο το ανώτερο διευθυντικό προσωπικό μπορεί να τις ελέγχει και να τις συντονίζει. Επιπλέον, οι πολυεθνικές εταιρείες είναι δομημένες με τέτοιον τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ένας ιεραρχικός καταμερισμός της εργασίας μεταξύ των διάφορων γεωγραφικών περιοχών ανάλογα με τον κάθετο καταμερισμό της εργασίας μέσα στην ίδια την εταιρεία : η δύναμη λήψης των αποφάσεων και οι ανώτερες βαθμίδες της ιεραρχίας είναι συγκεντρωμένες στις μητροπόλεις των αναπτυγμένων χωρών (με ορισμένα υποκατάστατα στις όχι και τόσο αναπτυγμένες χώρες) ενώ στις καθυστερημένες χώρες αναπτύσσονται οι δραστηριότητες που δεν προϋποθέτουν υψηλό τεχνολογικό επίπεδο ειδίκευσης. Πρόκειται για μια μορφή διεθνούς εκμετάλλευσης που δεν αφορά μόνο τις αναπτυγμένες και τις καθυστερημένες χώρες, αλλά και τις πολυεθνικές εταιρείες που αναλαμβάνουν άμεσα τη λειτουργία των νέων αποικιοκρατών.

ΤΟ ΑΝΑΠΤΥΓΜΕΝΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

Το κράτος παίζει θεμελιακό ρόλο σε μια αναπτυγμένη καπιταλιστική οικονομία. Πρώτα, άμεσα ή έμμεσα έχει στην κατοχή του ένα τεράστιο δίκτυο από βιομηχανίες και υπηρεσίες – ιδιαίτερα μάλιστα στους λεγόμενους νευραλγικής σημασίας τομείς. Επιπλέον ρυθμίζει, ελέγχει, σχεδιάζει και συντονίζει, σ΄ ολοένα μεγαλύτερο βαθμό τη γενικότερη επιχειρηματική δραστηριότητα, χάρη στη νομοθεσία , στις πιστώσεις, τη φορολογία κτλ. Τέλος, είναι βασικά ο κυριότερος πελάτης του ιδιωτικού τομέα.

Ο κρατικός παρεμβατισμός στην οικονομία δεν είναι κάτι καινούριο για τον καπιταλισμό : συνόδευε πάντα και υποστήριζε συνεχώς τον καπιταλισμό από το ξεκίνημά του. Παρόλα αυτά η ένταση και η τελειότητα με την οποία το κράτος σήμερα και στο μέλλον (μια και αυτή είναι η κυρίαρχη τάση του), παρουσιάζεται στην οικονομία μαζί με την τρομακτική ανάπτυξη των κοινωνικών υπηρεσιών που διευθύνονται από το κράτος, μεταβάλλουν ταχύτατα τη σημασία αυτής της παρουσίας. Όταν το 30 – 40% Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών απορροφάται από τη δημόσια διοίκηση, μπορεί κανείς να πει ότι το όλο ζήτημα από ποσοτικό έγινε ποιοτικό.

Το κράτος όσον αφορά το ρόλο του σαν μηχανισμός υπεράσπισης των καπιταλιστικών συμφερόντων, αλλάζει και γίνεται ένα είδος θερμοκηπίου για την άνδρωση της νέας τάξης, συγκεντρώνοντας στις ανώτερες βαθμίδες της ιεραρχίας του ένα ιδιαίτερα μεγάλο και ολοένα αυξανόμενο ποσοστό οικονομικής εξουσίας που με τη σειρά της συγχωνεύεται με την πολιτική εξουσία. Έτσι λοιπόν, καταλήγει η δεύτερη να χάνει σταδιακά τον υποδεέστερο ρόλο της. Ενώ η τεχνογραφειοκρατικοποίηση των μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων κερδίζει συνεχώς έδαφος, στις δημόσιες επιχειρήσεις και τον κρατικό μηχανισμό οι τεχνοκράτες και οι γραφειοκράτες εκφράζουν πια ολοένα και λιγότερο τα συμφέροντα των παλιών αφεντικών και ολοένα περισσότερο τα δικά τους συμφέροντα.

Με παρόμοιο τρόπο, η ασκούμενη πολιτική εξουσία περνάει απ΄ τα νομοθετικά σώματα στα εκτελεστικά όργανα και από κει στους επικεφαλείς της διοίκησης. Οι περισσότερες αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες έχουν δημοκρατικές κοινοβουλευτικές δομές αλλά σε καμιά περίπτωση το κοινοβούλιο, ο επίσημος ‘’εκφραστής’’ της λαϊκής κυριαρχίας δεν είναι ο θεσμός που διοικεί πραγματικά το κράτος.

Η εξουσία του κράτους είναι μόνιμη εξουσία και ασκείται από ορισμένους ανεπηρέαστους θεσμούς που δεν υπόκεινται στην ασταθή επιρροή της ψήφου : θα πρέπει να εξετάσουμε αυτούς ακριβώς τους οργανισμούς για να αντιληφθούμε που εδράζει η πραγματική εξουσία. Οι κυβερνήσεις έρχονται και παρέρχονται, ο κρατικός μηχανισμός όμως εξακολουθεί να λειτουργεί.

Το κράτος αποτελείται πρώτα και κύρια απ΄ αυτούς τους μόνιμους, ανεπηρέαστους θεσμούς από τις εναλλαγές των κυβερνήσεων : το στρατό (μόνιμοι αξιωματικοί, ειδικές στρατιωτικές μονάδες, επίλεκτα σώματα), την αστυνομία, τα υπουργεία, τα ΝΠΔΔ, τους οργανισμούς κοινωνικών ασφαλίσεων και πρόνοιας, το δικαστικό σώμα κτλ. – δηλαδή αποτελείται απ΄ τους αποκαλούμενους ‘’εκτελεστικούς’’ θεσμούς που δε δεσμεύονται από τα εκλογικά αποτελέσματα αλλά δέχονται κυβερνητική επιρροή αλλά, στην ουσία καμιά απολύτως επιρροή από το κοινοβούλιο. Η εκτελεστική εξουσία ενισχύεται συνεχώς. Κάθε ένας από αυτούς τους θεσμούς αναπαράγει στη δομή του την ιεραρχική πυραμίδα του κράτους : απ΄ την κορυφή αυτών των ιεραρχιών (καθώς και από τις διευθύνσεις μεγάλων δημόσιων και ιδιωτικών επιχειρήσεων και σε βαθμό που ποικίλει επίσης, απ΄ την ηγεσία των κομμάτων και των συνδικαλιστικών οργανώσεων) γίνονται εκείνες οι επιλογές τις οποίες παρουσιάζει το κοινοβούλιο στη σκηνή των πολιτικών θεσμών.

Αυτή η εξέλιξη της πολιτικής εξουσίας συνδέεται επιπλέον με την αυξανόμενη πολυπλοκότητα και πολλαπλότητα των ρόλων που διαδραματίζει το αναπτυγμένο καπιταλιστικό κράτος με τις ολοκληρωτικές τάσεις του – συνέπεια της αναγκαιότητας να ελεγχθούν , με τη διοχέτευσή τους σε νέους θεσμούς, οι κεντρόφυγες δυνάμεις που συνεχώς δημιουργούνται από την μεγιστοποίηση (σε διάσταση, πολυπλοκότητα και βαθμό) του κρατικού παρεμβατισμού : ένας φαύλος κύκλος που αποσκοπεί στην απεριόριστη ενίσχυση των λειτουργιών, στην αύξηση του αριθμού και της δύναμης των τεχνογραφειοκρατών.

Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

Η αναρχική δραστηριότητα μπορεί και πρέπει να είναι διεθνής όχι μόνο χάρη των θεμελιακά διεθνιστικών πεποιθήσεων των αναρχικών αλλά και επειδή η ελευθεριακή επανάσταση, αν γίνει σε εθνική κλίμακα, δε μπορεί να αποφύγει την ήττα και τη συντριβή’ όχι απλά επειδή η εκμετάλλευση και η κυριαρχία έχουν υπερεθνικό χαρακτήρα, που είναι ιδιαίτερα έκδηλος σε χώρες με εύθραυστη οικονομία, όπως η Ιταλία, αλλά και λόγω του γεγονότος ότι η κοινωνική σύγκρουση και η πολιτική κατάσταση παρουσιάζουν αρκετές αναλογίες σ΄ αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Μ΄ αυτή την έννοια οι άλλες ‘’λατινικές’’ χώρες της Ευρώπης (Ισπανία, Πορτογαλία, ακόμη και η Γαλλία) παρουσιάζουν κάποια ομοιότητα με την Ιταλία : οι χώρες αυτές τόσο λόγω του επιπέδου της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης, όσο και λόγω της ιστορικής παράδοσης παρουσιάζουν κάποιο ανώτερο επίπεδο εργατικής αγωνιστικότητας και εξεγερσιακές τάσεις ενάντια στην ιεραρχία που χαρακτηρίζουν τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.

Ιδιαίτερα σημαντική για το αναρχικό πρόγραμμα είναι η Ισπανία όπου το αναρχικό κίνημα διατήρησε τις προλεταριακές ρίζες του παρά τα σαράντα χρόνια φρανκισμού, όπως δείχνει η αναγέννηση της CNT, και όπου η μεταφρανκική μεταβατική περίοδος, με όλες τις οικονομικές και πολιτικές δυσκολίες της, ενδέχεται να προσφέρει ευνοϊκές ευκαιρίες και επάρκεια χώρου για τις ελευθεριακές δυνάμεις – πράγμα που εν μέρει οφείλεται και στον κυνικά ρεφορμιστικό χαρακτήρα του ισπανικού ΚΚ.

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Με λίγα λόγια, η αναρχική δραστηριότητα σήμερα – ξεκινώντας απ΄ την άμεση πραγματικότητα και τις αντιφάσεις της, χωρίς να καταφεύγει σε ψευδαισθήσεις ή στον πεσιμισμό πρέπει να στραφεί ενάντια στη φυσική εξέλιξη του συστήματος, που είναι ολοκληρωτική και ταυτόχρονα να διαφυλάξει κάθε τι που τείνει προς την ισότητα και την ελευθερία στα εργοστάσια, στα σχολεία, στις εργατικές γειτονιές, σ΄ όλη την ύπαιθρο , σε κάθε πεδίο της κοινωνικής σύγκρουσης, υποστηρίζοντας ενισχύοντας και διευρύνοντας τους υπάρχοντες αγώνες και υποκινώντας νέους. Στο άμεσο μέλλον το καθήκον μας πρέπει να είναι να κρατήσουμε ζωντανό το πνεύμα της εξέγερσης που έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερα μεταξύ των νέων τα τελευταία χρόνια και να τονίσουμε, να διασαφηνίσουμε τον αρχικό και ουσιαστικό ελευθεριακό χαρακτήρα της.

Πρέπει να οργανώσουμε ή μάλλον να συμβάλλουμε στην οργάνωση των τάσεων για ισότητα και ελευθερία σε ένα πρόγραμμα και σε δομές με συνοχή για να αποφευχθεί η αφομοίωση ή η εκμετάλλευσή τους από το θεσμοποιημένο αντίπαλο. Τέλος, πρέπει να οργανώσουμε τα ανώτερα επίπεδα της συνείδησης για ισότητα και ελευθερία σε αναρχικά προγράμματα και αναρχικές δομές.

Το αρχικό μας καθήκον, λοιπόν, θα είναι να καταπολεμήσουμε τη δυναμική ισορροπία της εξέλιξης του αναπτυγμένου καπιταλισμού, την ανεμπόδιστη παγίωση των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων που φέρουν τη σφραγίδα της τεχνογραφεικρατίας και τις νέες ιδεολογίες συναίνεσης : για να διευρύνουμε και να υπερασπίσουμε το πεδίο της δράσης που αναπτύσσεται έξω από όλα τα θεσμικά πλαίσια, για να κρατήσουμε ζωντανή τη σύγκρουση, για να διαδώσουμε ένα πιο συνειδητό πνεύμα εξέγερσης, για να ετοιμαστούμε τελικά για την αποφασιστική επαναστατική κοινωνική σύγκρουση.

Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΟΜΟΣΠΟΝΔΩΝ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ ΙΤΑΛΙΑΣ (Ο.Α.Ο.)

1. Οι Ο.Α.Ο. είναι μια ομοσπονδία συγγένειας, δηλαδή, μια ομοσπονδία ομάδων που έχουν παρόμοιες αντιλήψεις όσον αφορά την ανάλυση, την στρατηγική και την οργάνωση του αναρχικού κινήματος στην Ιταλία. Οι αναγνωρισμένες βάσεις αυτής της συγγένειας είναι το πρόγραμμα και οι τρόποι οργάνωσης, όπως εκφράζονται με την παρούσα συμφωνία.

2. Υπάρχουν άμεσες επαφές μεταξύ των ομάδων. Η κάθε ομάδα συνδέεται με όλες τις άλλες με τακτικές ανταλλαγές ιδεών και όταν είναι χρήσιμο και εφικτό με την αλληλοβοήθεια.

3. Η αλληλογραφία με τις άλλες ομοσπονδίες, πρωτοβουλίες, ομάδες και συντρόφους μέσα στο κίνημα θα γίνεται διαμέσου μιας κοινής ταχυδρομικής διεύθυνσης που μπορεί να προϋποθέτει αλλά δεν υποκαθιστά την άμεση και ενεργό παρουσία των ξεχωριστών ομάδων.

4. Η δραστηριότητα κάθε ομάδας ή μελών της ομάδας δεν προϋποθέτει την ανάληψη ευθύνης από ολόκληρη την ομοσπονδία γι΄ αυτές της δραστηριότητες, Καμιά ομάδα δεν μπορεί να ενεργεί ή να υιοθετεί θέσεις στο όνομα της ομοσπονδίας, εκτός και αν υπάρχει συγκεκριμένη εντολή της ομοσπονδίας.

5. Απ΄ την εγγύτητα, τη συχνότητα και την τακτικότητα των σχέσεων μεταξύ των ομόσπονδων ομάδων πηγάζει φυσικά μια γενικότερη συμφωνία όσο αφορά τη δραστηριότητα των διάφορων ομάδων. Η συμφωνία αυτή μπορεί να εκφράζεται με τη σύνταξη κοινών προγραμμάτων δράσης για μικρές ή μεγάλες περιόδους.

6. Οι διάφορες της ομάδες μπορούν να συνεργάζονται της πρωτοβουλίες που αναλαμβάνονται από μια ή περισσότερες ομάδες της ομοσπονδίας στη βάση που αποφασίζεται κάτι τέτοιο. Οι ομάδα ή οι ομάδες που προωθούν αυτή τη δραστηριότητα θα εξακολουθήσουν να λειτουργούν με πλήρη αυτονομία, αλλά θα έχουν και την υποχρέωση να σέβονται πιστά όσες συμφωνίες έχουν συνάψει.

7. Οι συνελεύσεις της ομοσπονδίας, στις οποίες θα πρέπει να συμμετέχουν όσο γίνεται περισσότεροι σύντροφοι, θα γίνονται τρεις φορές το χρόνο τουλάχιστον. Η οργάνωση και η διατύπωση των αποφάσεων των συνελεύσεων θα γίνεται εκ περιτροπής από τις διάφορες ομόσπονδες ομάδες. Στις συνελεύσεις αυτές θα γίνεται ανταλλαγή πληροφοριών, θα εξετάζονται πρακτικά και διάφορα ζητήματα, θέματα θεωρίας αλλά και στρατηγικής, με εισήγηση μιας ή και περισσοτέρων ομάδων.

8. Ύστερα από πρόσκληση μιας ομόσπονδης ομάδας μπορούν να συμμετέχουν στις συνελεύσεις σύντροφοι και ομάδες που δεν ανήκουν στην ομοσπονδία.

9. Οι ομόφωνες αποφάσεις είναι δεσμευτικές για όλη την ομοσπονδία, ενώ εκείνες που λαμβάνονται από ορισμένες ομάδες είναι δεσμευτικές μόνο γι΄ αυτές και για κείνους που τις αποδέχονται. Οι αποφάσεις των συνελεύσεων θα πρέπει να επικυρώνονται από τις ομάδες και θα θεωρούνται επικυρωμένες όταν δεν αμφισβητούνται μέσα σε δεκαπέντε μέρες από τη λήξη της συνέλευσης.

10. Μια επιτροπή αυτοάμυνας, θα πρέπει να αποτελείται από τέσσερις τουλάχιστον συντρόφους και οι οποίοι θα πρέπει να αντιπροσωπεύουν διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές, θα ασχολείται με την αντιμετώπιση της καταστολής. Ο κάθε σύντροφος είναι υπόλογος στην ομάδα του, η επιτροπή σαν σύνολο είναι υπόλογη της συνελεύσεις της ομοσπονδίας.

11. Η κάθε ομάδα συνεισφέρει 10% του ταμείου της στο ομοσπονδιακό ταμείο – του οποίου η διαχείριση καθορίζεται από τη συνέλευση.

12. Μια ομάδα μπορεί να προσχωρήσει στην ομοσπονδία αν συμφωνεί με το παρόν πρόγραμμα και αν υπάρχει συμφωνία σχετικά με αυτό το θέμα από τις ομάδες που έχουν ήδη προσχωρήσει στην ομοσπονδία. Παρόμοια, μια ομάδα μπορεί να πάψει να ανήκει στην ομοσπονδία για τους αντίθετους λόγους και με την ομόφωνη γνώμη των άλλων ομάδων.

13. Η παρούσα συμφωνία και το πρόγραμμα μπορούν να τροποποιηθούν με την ομόφωνη απόφαση της συνέλευσης και τη συνακόλουθη επικύρωση απ΄ τις ομάδες ακόμα και ως προς όλα τα άρθρα τους.

Advertisements

About enfantdelarage

at the roll of a dice, reality rearranges. somewhere far away

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: